
Η κρίσιμη σύσκεψη προκρίτων και κληρικών στο Αίγιο, οι έντονες αντιπαραθέσεις με τον Παπαφλέσσα και οι αποφάσεις που προετοίμασαν τον ξεσηκωμό του 1821
Η Συνέλευση της Βοστίτσας αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα της περιόδου της οργανωτικής προπαρασκευής της Ελληνικής Επανάστασης. Πραγματοποιήθηκε στη Βοστίτσα (σημερινό Αίγιο) από τις 26 έως τις 29 Ιανουαρίου 1821 και συγκέντρωσε προκρίτους από την Αχαΐα, την Κορινθία και την Αρκαδία, ανώτερους κληρικούς, καθώς και τον Παπαφλέσσα, ως απεσταλμένο της Φιλικής Εταιρείας.
Η σύγκληση της συνέλευσης συνδέεται άμεσα με τις εξελίξεις του φθινοπώρου του 1820, όταν ο Φιλικός Ιωάννης Παπαρρηγόπουλος, ύστερα από συνάντησή του με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη στο Ισμαήλιο της Βεσσαραβίας, επέστρεψε στην Ελλάδα μεταφέροντας οδηγίες της «Υπερτάτης Αρχής» για τη σύσταση Εφορίας των Φιλικών στην Πελοπόννησο.
Έφοροι ορίστηκαν οι Παλαιών Πατρών Γερμανός, Μονεμβασίας Χρύσανθος, Χριστιανουπόλεως Γερμανός, Ασημάκης Ζαΐμης, Σωτήριος Χαραλάμπης, Θεοχαράκης Ρέντης, ενώ ταμίες ανέλαβαν οι Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος και Παναγιώτης Αρβάλης.
Αρχικά είχε αποφασιστεί οι Έφοροι να συνεδριάσουν τον Φεβρουάριο του 1821 στη Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου. Ωστόσο, η άφιξη του Παπαφλέσσα στην Πελοπόννησο –ο οποίος αντιμετωπιζόταν με έντονη καχυποψία από πολλούς προκρίτους– επέσπευσε τις εξελίξεις και οδήγησε τόσο στην πρόωρη σύγκληση όσο και στην αλλαγή του τόπου της σύσκεψης.
Έτσι, η συνέλευση πραγματοποιήθηκε τελικά στο αρχοντικό του Ανδρέα Λόντου στη Βοστίτσα, με διευρυμένη σύνθεση. Εκτός από τα μέλη της Εφορίας, τον οικοδεσπότη και τον Παπαφλέσσα, συμμετείχαν μεταξύ άλλων οι Κερνίτσης Προκόπιος, πρωτοσύγκελος Αμβρόσιος Φραντζής, Ανδρέας Ζαΐμης, Ασημάκης Φωτήλας, Σωτήριος Θεοχαρόπουλος, Ιωάννης Παπαδόπουλος (Μουρτογιάννης), Λέων Μεσσηνέζης, Χαράλαμπος Περρούκας, Πανάγος Δεληγιάννης και Δημήτριος Μελετόπουλος.
Για λόγους ασφαλείας και ώστε να μην κινηθούν υποψίες από τις οθωμανικές αρχές, διαδόθηκε ότι η συγκέντρωση αφορούσε την επίλυση κτηματικών διαφορών μεταξύ της Μονής του Μεγάλου Σπηλαίου και της Μονής των Ταξιαρχών. Άλλωστε, ο Παπαφλέσσας βρισκόταν επισήμως στην Πελοπόννησο με την ιδιότητα του πατριαρχικού απεσταλμένου.
Κατά την πρώτη από τις πέντε συνεδριάσεις, ο Παπαφλέσσας παρουσίασε συστατική επιστολή του Αλέξανδρου Υψηλάντη και, με έντονο και μεγαλοστόμο λόγο, υποστήριξε ότι η επανάσταση έπρεπε να ξεκινήσει άμεσα. Διαβεβαίωνε ότι η Ρωσία θα παρείχε αμέσως βοήθεια, ενώ προέβλεπε γενικό ξεσηκωμό των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης.
Οι ισχυρισμοί του αντιμετωπίστηκαν με σκεπτικισμό. Οι περισσότεροι παριστάμενοι θεωρούσαν ότι η Πελοπόννησος δεν ήταν ακόμη έτοιμη για ένοπλη εξέγερση. Στη συνέχεια, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός έθεσε εκ μέρους όλων συγκεκριμένα ερωτήματα, ζητώντας τεκμήρια για τις διαβεβαιώσεις περί ρωσικής υποστήριξης. Οι απαντήσεις του Παπαφλέσσα παρέμειναν αόριστες, αν και φέρεται να αποκάλυψε ότι η ημερομηνία του ξεσηκωμού είχε οριστεί για τις 25 Μαρτίου 1821, ανήμερα του Ευαγγελισμού.
Οι συζητήσεις υπήρξαν θυελλώδεις. Με τη λήξη της συνέλευσης, στις 29 Ιανουαρίου 1821, μόνο λίγοι –μεταξύ αυτών οι Ανδρέας Λόντος, Δημήτριος Μελετόπουλος και Λέων Μεσσηνέζης– τάχθηκαν ανοιχτά υπέρ των θέσεων του Παπαφλέσσα. Η πλειοψηφία αποφάσισε την αναβολή της επανάστασης, κρίνοντας ότι «ο καιρός ουκ αρμόδιος», και συμφώνησε να ενταθεί η προετοιμασία, ενώ ταυτόχρονα να διερευνηθούν με βεβαιότητα οι διεθνείς συσχετισμοί και κυρίως οι διαθέσεις της Ρωσίας. Ως πιθανές ημερομηνίες έναρξης ορίστηκαν η 23η Απριλίου (εορτή του Αγίου Γεωργίου) ή, το αργότερο, η 21η Μαΐου (Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης).
Ο Παπαφλέσσας αποχώρησε πικραμένος και εξοργισμένος, δηλώνοντας ότι θα ξεκινούσε τον αγώνα από τη Μάνη. Η στάση του εξέφραζε την αδιάλλακτη αποφασιστικότητα του επαναστάτη και ερχόταν σε αντίθεση με τη μετριοπαθή «σύνεση» των προκρίτων. Λίγες εβδομάδες αργότερα, η έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης δικαίωσε τη στάση του.
Ο άνθρωπος που ο Παλαιών Πατρών Γερμανός χαρακτήρισε στα απομνημονεύματά του «απατεών και εξωλέστατο καλόγηρο» αναδείχθηκε τελικά σε έναν από τους πρωτεργάτες της Επανάστασης στην Πελοπόννησο.



