
Μια από τις πιο εμβληματικές στιγμές στην ιστορία της αιγυπτιολογίας καταγράφηκε στις 16 Φεβρουαρίου 1923, όταν άνοιξε η σαρκοφάγος του νεαρού φαραώ Τουταγχαμών, φέρνοντας στο φως έναν ανεκτίμητο θησαυρό και τροφοδοτώντας παράλληλα τον διαχρονικό θρύλο της «κατάρας της μούμιας».
Ο τάφος του, που εντοπίστηκε στην περίφημη Κοιλάδα των Βασιλέων, υπήρξε ο πρώτος βασιλικός τάφος που βρέθηκε ουσιαστικά ασύλητος, γεγονός που προκάλεσε παγκόσμια αίσθηση. Μέχρι τότε, ο νεαρός φαραώ της 18ης Δυναστείας αποτελούσε μια σχετικά αχνή μορφή της αιγυπτιακής ιστορίας. Η ανακάλυψη όμως του ταφικού του μνημείου τον κατέστησε τον πιο αναγνωρίσιμο ηγεμόνα της αρχαίας Αιγύπτου.
Ο Τουταγχαμών γεννήθηκε περίπου το 1347 π.Χ. και πέθανε μόλις στα 18 του χρόνια. Τα αίτια του θανάτου του εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο επιστημονικής έρευνας και συζήτησης. Εξετάσεις της μούμιας με ακτίνες Χ είχαν εντοπίσει κρανιοεγκεφαλική κάκωση, γεγονός που αρχικά οδήγησε σε εικασίες περί βίαιου τέλους. Ωστόσο, δεν έχει διαπιστωθεί με βεβαιότητα εάν πρόκειται για δολοφονία ή για ατύχημα, ενώ νεότερες μελέτες έχουν διατυπώσει και άλλες ιατρικές εκδοχές.
Η ανακάλυψη και η «κατάρα»
Ο τάφος ανακαλύφθηκε στις 4 Νοεμβρίου 1922 από τον Βρετανό αρχαιολόγο Χάουαρντ Κάρτερ, με τη χρηματοδότηση του αριστοκράτη Λόρδος Κάρναρβον. Λίγους μήνες αργότερα, στις 16 Φεβρουαρίου 1923, ανοίχθηκε η σαρκοφάγος, αποκαλύπτοντας έναν ανεπανάληπτο πλούτο κτερισμάτων που παρέμεναν σχεδόν ανέγγιχτα για περισσότερους από τρεις χιλιετίες.
Η σχεδόν αδιατάρακτη κατάσταση του τάφου γέννησε τον μύθο της «κατάρας του φαραώ», σύμφωνα με τον οποίο όποιος διατάρασσε την αιώνια ανάπαυση του βασιλιά θα πλήρωνε βαρύ τίμημα. Ο θάνατος του Λόρδου Κάρναρβον λίγο μετά την ανακάλυψη ενίσχυσε τη φημολογία, ενώ ο Τύπος της εποχής συνέβαλε καθοριστικά στη διάδοση του θρύλου.
Ο ίδιος ο Κάρτερ, ωστόσο, αντιμετώπισε από την αρχή με σκεπτικισμό τις μεταφυσικές ερμηνείες, επιμένοντας στην επιστημονική προσέγγιση της ανασκαφής.
Από τη λογοτεχνία στον αστικό θρύλο
Πολλοί ερευνητές θεωρούν ότι οι ρίζες της «κατάρας» ανάγονται στη λογοτεχνία του 19ου αιώνα και ειδικότερα στο μυθιστόρημα «Χαμένος στην πυραμίδα: Η κατάρα της μούμιας» της Λουίζα Μέι Άλκοτ, που εκδόθηκε το 1896. Η δημοσιογραφική υπερβολή της εποχής μετέτρεψε μεμονωμένους θανάτους σε στοιχείο μυστηρίου, ενισχύοντας το αφήγημα περί υπερφυσικής εκδίκησης.
Ωστόσο, επιστημονικές αναλύσεις αποδομούν τον μύθο. Έρευνα του επιδημιολόγου Μαρκ Νέλσον από το Πανεπιστήμιο Μόνας κατέληξε ότι στατιστικά δεν προκύπτει κάτι αξιοσημείωτο. Από τα 24 άτομα που φέρονται να «εκτέθηκαν» στην υποτιθέμενη κατάρα, μόλις έξι απεβίωσαν μέσα στα επόμενα χρόνια, ενώ κανείς δεν πέθανε σε νεαρή ηλικία. Συνεπώς, ο θρύλος φαίνεται να στηρίζεται περισσότερο στη γοητεία του μυστηρίου παρά σε πραγματικά δεδομένα.



