Ήταν ξημερώματα της 25ης Φεβρουαρίου 1973, μέσα στην ατμόσφαιρα των Αποκριών, όταν μια βραδιά διασκέδασης μετατράπηκε σε μία από τις πιο σοκαριστικές υποθέσεις της μεταπολεμικής Αθήνας. Στο λαϊκό κέντρο «Νεράιδα της Αθήνας», στην Κυψέλη, ο Νίκος Κοεμτζής επιτέθηκε με μαχαίρι, αφήνοντας πίσω του τρεις νεκρούς και επτά τραυματίες.
Η αφορμή, σύμφωνα με όσα καταγράφηκαν τότε, δεν ήταν μια προσωπική διαμάχη με σαφές υπόβαθρο, αλλά κάτι που για τα δεδομένα της εποχής θεωρούνταν σχεδόν «ιερό» στον χώρο των λαϊκών κέντρων: μια παραγγελιά τραγουδιού.
Στα νυχτερινά μαγαζιά εκείνων των χρόνων, η παραγγελιά δεν είχε μόνο οδηγό τη μουσική προτίμηση. Συνδεόταν με έναν άγραφο κώδικα συμπεριφοράς. Όταν κάποιος ζητούσε τραγούδι για να χορέψει, η πίστα όφειλε – άτυπα αλλά αυστηρά – να αδειάσει. Η μη τήρηση αυτού του κανόνα συχνά ερμηνευόταν ως προσβολή.
Εκείνη τη νύχτα, το τραγούδι που ζητήθηκε για τον αδελφό του Κοεμτζή φέρεται να έγινε η αιτία έντονης έντασης. Μέσα σε δευτερόλεπτα, η λογομαχία κλιμακώθηκε δραματικά. Ο Κοεμτζής έβγαλε μαχαίρι, με τις σκηνές που ακολούθησαν να προκαλούν πανικό στο κατάμεστο κέντρο.
Ο απολογισμός ήταν τραγικός: δύο χωροφύλακες και ένας πολίτης έχασαν τη ζωή τους, ενώ επτά άτομα τραυματίστηκαν. Το περιστατικό κυριάρχησε στα πρωτοσέλιδα, συγκλονίζοντας την κοινή γνώμη και ανοίγοντας έναν ευρύτερο κοινωνικό διάλογο για τη βία, την ανδρική «τιμή» και τη νοοτροπία της εποχής.
Ιδιαίτερη συζήτηση προκάλεσε και η σύγχυση γύρω από το ποιο τραγούδι είχε παιχτεί. Παρότι αρχικά αναφέρθηκαν διαφορετικές εκδοχές, η επικρατέστερη εκτίμηση θέλει την παραγγελιά να αφορά τις «Βεργούλες» του Μάρκου Βαμβακάρη.
Η δικαστική πορεία που ακολούθησε ήταν μακρά και βαριά. Ο Νίκος Κοεμτζής καταδικάστηκε σε θανατικές ποινές, οι οποίες αργότερα μετατράπηκαν. Παρέμεινε στη φυλακή για περισσότερες από δύο δεκαετίες και αποφυλακίστηκε το 1996.
Τα επόμενα χρόνια έζησε μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, με την ιστορία του να εξακολουθεί ωστόσο να απασχολεί βιβλία, αναλύσεις και καλλιτεχνικές δημιουργίες. Το γεγονός χαράχτηκε βαθιά στη συλλογική μνήμη, όχι μόνο ως έγκλημα, αλλά και ως σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής.
