
Στις 5 Μαρτίου 1956 προβάλλεται για πρώτη φορά στους ελληνικούς κινηματογράφους ένα από τα σημαντικότερα έργα του ελληνικού και ευρωπαϊκού κινηματογράφου, σε σενάριο του Ιάκωβου Καμπανέλλη και με πρωταγωνιστή τον Ντίνο Ηλιόπουλο
Στις 5 Μαρτίου 1956 έκανε πρεμιέρα στις ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες η ταινία «Ο Δράκος» του σκηνοθέτη Νίκος Κούνδουρος, ένα έργο που έμελλε να καταγραφεί ως σταθμός στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου. Το σενάριο της ταινίας υπογράφει ο σημαντικός θεατρικός συγγραφέας Ιάκωβος Καμπανέλλης, ενώ τον πρωταγωνιστικό ρόλο ερμηνεύει ο Ντίνος Ηλιόπουλος σε μία από τις πιο ιδιαίτερες και δραματικές ερμηνείες της καριέρας του. Αν και κατά την πρώτη προβολή της γνώρισε εμπορική αποτυχία και αντιμετώπισε ακόμη και εχθρική στάση από μερίδα του Τύπου, σήμερα αναγνωρίζεται ως ένα από τα σημαντικότερα έργα του ελληνικού και ευρωπαϊκού κινηματογράφου και ως η κορυφαία ελληνική ταινία της περιόδου 1950–1960.

Η ασπρόμαυρη αυτή δημιουργία, που συνδυάζει στοιχεία από το κινηματογραφικό είδος της σκοτεινής αστυνομικής ταινίας με επιρροές από τον ιταλικό νεορεαλισμό και τον γερμανικό εξπρεσιονισμό, αποτέλεσε μια πρωτοποριακή απόπειρα να εισαχθούν στον ελληνικό κινηματογράφο νέες αισθητικές και αφηγηματικές προσεγγίσεις. Ο Κούνδουρος, ήδη από τα πρώτα του έργα, επιδίωξε να διαμορφώσει έναν κινηματογράφο δημιουργού, δίνοντας έμφαση στην προσωπική έκφραση του σκηνοθέτη και απομακρυνόμενος από τη λογική της καθαρά εμπορικής παραγωγής. Με τον «Δράκο» κατάφερε να αξιοποιήσει τις συμβάσεις ενός κινηματογραφικού είδους για να μιλήσει έμμεσα για κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα που παρέμεναν ταμπού στην Ελλάδα της μετεμφυλιακής περιόδου.

Η ιστορία της ταινίας παρακολουθεί τον Θωμά, έναν ασήμαντο και μοναχικό τραπεζικό υπάλληλο, ο οποίος ετοιμάζεται να περάσει μόνος τις ημέρες της Πρωτοχρονιάς. Η ζωή του ανατρέπεται όταν συνειδητοποιεί ότι μοιάζει εντυπωσιακά με έναν διαβόητο κακοποιό που οι εφημερίδες αποκαλούν «Δράκο». Η ομοιότητα αυτή οδηγεί την αστυνομία να τον καταδιώκει, αναγκάζοντάς τον να κρυφτεί σε ένα καμπαρέ στον Πειραιά. Εκεί, μια συμμορία του υποκόσμου τον αντιμετωπίζει ως τον πραγματικό αρχηγό της, ενώ μια νεαρή χορεύτρια του δείχνει συμπάθεια. Ο Θωμάς, βυθισμένος στη γοητεία της νυχτερινής ζωής και στη φαντασίωση ότι μπορεί επιτέλους να γίνει «κάποιος», αρχίζει σταδιακά να ταυτίζεται με τον νέο ρόλο που του αποδίδουν. Η ανάγκη του να δραπετεύσει από τη μίζερη καθημερινότητά του τον οδηγεί στην απόφαση να οργανώσει μια ληστεία αρχαιοτήτων, επιλογή που τελικά θα τον οδηγήσει σε τραγικό τέλος.
Πίσω από την πλοκή της ταινίας κρύβεται μια βαθιά αλληγορία για την ελληνική κοινωνία της εποχής. Ο Κούνδουρος, ζώντας σε μια χώρα σημαδεμένη από την Κατοχή, τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Εμφύλιο, επιχειρεί να διερευνήσει τα αίτια της μοναξιάς, της απομόνωσης και της ματαιότητας που βιώνει ο απλός άνθρωπος. Το αστυνομικό κράτος, η κοινωνική καταπίεση και η αίσθηση ότι οι «ηττημένοι» της εμφύλιας σύγκρουσης παραμένουν αποκλεισμένοι από τη δημόσια ζωή αποτελούν βασικούς άξονες της ταινίας. Ο χαρακτήρας που ερμηνεύει ο Ηλιόπουλος λειτουργεί ως συμβολικό πρόσωπο, ένα πιόνι που οδηγείται στον θάνατο όχι τόσο λόγω των προσωπικών του επιλογών, όσο επειδή η κοινωνία τον έχει διαμορφώσει έτσι.
Η σκηνοθεσία του Κούνδουρου χαρακτηρίζεται από έντονο πειραματισμό. Ρεαλιστικές εικόνες του λιμανιού και των φτωχικών συνοικιών του Πειραιά, κοντινά πλάνα, μεγάλες σιωπηλές σκηνές και σκοτεινή φωτογραφία συνθέτουν μια ατμόσφαιρα μελαγχολίας και υπαρξιακής αγωνίας. Στην αισθητική της ταινίας συνυπάρχουν στοιχεία από τη λαϊκή μυθολογία του ρεμπέτικου τραγουδιού, αλλά και από τα κινηματογραφικά ρεύματα της Ευρώπης. Τη μοναδική αυτή ατμόσφαιρα ενισχύει η μουσική του μεγάλου συνθέτη Μάνος Χατζιδάκις, η οποία συμβάλλει καθοριστικά στη δημιουργία μιας αίσθησης απειλής και εσωτερικής έντασης.
Όταν προβλήθηκε για πρώτη φορά το 1956, η ταινία προκάλεσε έντονες αντιδράσεις. Κριτικοί και θεατές δυσκολεύτηκαν να αποδεχτούν τη σκοτεινή και απαισιόδοξη οπτική της, ενώ αρκετές εφημερίδες της εποχής την κατηγόρησαν ακόμη και ως «ανθελληνική». Ορισμένοι αιθουσάρχες μάλιστα αποφάσισαν να αποσύρουν την ταινία από το πρόγραμμά τους μόλις δύο ημέρες μετά την πρεμιέρα της. Με την πάροδο των χρόνων, όμως, η αποτίμηση του έργου άλλαξε ριζικά. Σήμερα ο «Δράκος» θεωρείται ταινία–ορόσημο που σηματοδότησε τη μετάβαση του ελληνικού κινηματογράφου από την προϊστορία στην καλλιτεχνική του ωριμότητα, όπως είχε χαρακτηριστικά γράψει ο κριτικός κινηματογράφου Βασίλης Ραφαηλίδης.
Η ταινία παρουσιάστηκε επίσης σε διεθνή κινηματογραφικά φεστιβάλ, ανάμεσά τους και στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βενετίας, ενώ αργότερα συμπεριλήφθηκε σε λίστες με τις σημαντικότερες ευρωπαϊκές ταινίες του εικοστού αιώνα. Το 1960 τιμήθηκε στην πρώτη Εβδομάδα Ελληνικού Κινηματογράφου του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης ως μία από τις καλύτερες ελληνικές ταινίες της περιόδου 1955–1959.
Σήμερα ο «Δράκος» θεωρείται όχι μόνο ένα αριστούργημα της ελληνικής κινηματογραφικής δημιουργίας αλλά και ένα βαθιά πολιτικό δράμα, με την έννοια ότι εξετάζει τη μοίρα του πολίτη μέσα σε μια κοινωνία καταπίεσης και φόβου. Με τη σκοτεινή του ποίηση, την καινοτόμο σκηνοθεσία και την τραγική του κατάληξη, παραμένει μια παλλόμενη αλληγορία για τη μετεμφυλιακή Ελλάδα και ένα έργο που άνοιξε τον δρόμο στον ποιοτικό ελληνικό κινηματογράφο που ακολούθησε τις επόμενες δεκαετίες.



