
Σήμερα στις 21:00 στο STAR
Μια προβλέψιμη και κουραστική περιπέτεια χωρίς ψυχή και χιούμορ που αξίζει μόνο για τα ονόματα και για τη νοσταλγία
Οι Αναλώσιμοι 3 είναι η τρίτη ταινία της γνωστής σειράς δράσης που ξεκίνησε το 2010 και συνεχίζεται με τις ίδιες βασικές αρχές. Ο Μπάρνεϊ Ρος, υπό την καθοδήγηση του Σιλβέστερ Σταλόνε, καλεί την παλιά του ομάδα και μια χούφτα νέων μισθοφόρων για να αντιμετωπίσουν τον Κόνραντ Στόουνμπανκς, έναν πρώην συνεργάτη του που τώρα έχει γίνει πανίσχυρος έμπορος όπλων. Το καστ περιλαμβάνει τον Τζέισον Στέιθαμ, τον Τζετ Λι, τον Αντόνιο Μπαντέρας, τον Μελ Γκίμπσον και τον Χάρισον Φορντ, με την παρουσία τους να λειτουργεί περισσότερο ως νοσταλγικό «παρών» παρά ως κινηματογραφικό εργαλείο. Η πλοκή κινείται από σημείο σε σημείο χωρίς ροή ή ενδιαφέρον για τους χαρακτήρες, βασιζόμενη κυρίως στην επίδειξη πυροβολισμών, εκρήξεων και καταστροφών.

Η ταινία προσπαθεί να συνδυάσει περιπέτεια με στοιχεία κωμωδίας, όπως και οι προηγούμενες, αλλά η ισορροπία είναι ασταθής και το αποτέλεσμα μοιάζει μάλλον επιφανειακό, αν όχι και κουραστικό. Οι σκηνές δράσης επαναλαμβάνονται μηχανικά, με τις ίδιες ακριβώς ατάκες, γκριμάτσες και εφέ, ενώ η μεγάλη τελική αναμέτρηση γίνεται ένα μνημείο υπερβολής και déjà vu, όπου η πλειονότητα των αντιπάλων εξοντώνεται σχεδόν χωρίς αντίσταση. Το CGI κυριαρχεί, με αποτέλεσμα να χάνεται η αίσθηση της πραγματικής έντασης, και η ατμόσφαιρα του διασκεδαστικού και αυτοσαρκαστικού στοιχείου που ανέδειξε η συγκεκριμένη σειρά ταινιών έχει σχεδόν εξαφανιστεί.
Παρά τις εμφανίσεις διάσημων ηθοποιών και τις στιγμές νοσταλγίας, που είναι και ο μόνος λόγος για να τη δεις, η ταινία είναι απογυμνωμένη από το χιούμορ και την ενέργεια που έκαναν τα προηγούμενα φιλμ διασκεδαστικά. Η αίσθηση που αφήνει είναι αυτή της επανάληψης, της αδράνειας και της πλήξης. Οι Αναλώσιμοι 3 χάνουν την ίδια τους την ταυτότητα, προσφέροντας μια υποτονική, βαριά και προβλέψιμη εμπειρία, όπου η δράση αναπαράγει τα ίδια και τα ίδια ενώ η συμμετοχή των ηθοποιών μοιάζει με μια τυπική εμφάνιση χωρίς ψυχή. Στο τέλος, όλο το εγχείρημα θυμίζει περισσότερο μια σπατάλη χρόνου παρά μια ολοκληρωμένη ταινία δράσης, αφήνοντας τον θεατή με την αίσθηση ότι αυτό που είδε δεν είχε κανένα πραγματικό νόημα ή ζωντάνια.


