
Ο Ζαν-Πολ Μπελμοντό (Jean-Paul Belmondo) αποτελεί εμβληματική προσωπικότητα του γαλλικού κινηματογράφου, που άκμασε το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα και απασχόλησε τον παγκόσμιο Τύπο με τα καμώματα και τους έρωτές του. Αρχικά ενσάρκωσε στη μεγάλη οθόνη το αντιηρωικό πνεύμα της γαλλικής «νουβέλ βαγκ», ενώ αργότερα πρωταγωνίστησε σε πολυάριθμες ταινίες, ορισμένες από τις οποίες υπήρξαν μεγάλες εμπορικές επιτυχίες του γαλλικού κινηματογράφου. Η αφέλεια και η σκωπτική διάθεση από τη μία πλευρά και η δηκτικότητα και οι νευρώδεις κινήσεις του από την άλλη αποτέλεσαν βασικά χαρακτηριστικά της κινηματογραφικής του εικόνας.
Ο Ζαν-Πολ Μπελμοντό γεννήθηκε στις 9 Απριλίου 1933 στο γνωστό προάστιο του Παρισιού Νεϊγί και ήταν γιος του διάσημου γλύπτη Πολ Μπελμοντό με καταγωγή από την Ιταλία. Ατίθασος μαθητής, έκανε διαρκώς πλάκες μέσα στην τάξη, πονοκεφαλιάζοντας τους δασκάλους του. Κατά τη διάρκεια των μαθητικών του χρόνων ασχολήθηκε με την πυγμαχία και το ποδόσφαιρο, ενώ συμμετείχε και σε ερασιτεχνικές θεατρικές παραστάσεις.
Μετά την αποφοίτησή του και την ολοκλήρωση της στρατιωτικής του θητείας, αποφάσισε να γίνει ηθοποιός και γράφτηκε στην Εθνική Ακαδημία Δραματικών Τεχνών στο Παρίσι. Ξεχώρισε με το ταλέντο του, αλλά η ασέβεια προς τους καθηγητές του δεν του επέτρεψε να λάβει την ανώτατη τιμητική διάκριση κατά την αποφοίτησή του το 1956.

Ύστερα από σύντομη θητεία στο θέατρο, πέρασε στον κινηματογράφο, εμφανιζόμενος αρχικά σε μικρούς ρόλους. Ο πρώτος μεγάλος ρόλος του ήταν στο θρίλερ του Κλοντ Σαμπρόλ «Το τρίγωνο της αμαρτίας» (A Double Tour, 1959). Το 1960 πρωταγωνίστησε στην πρώτη ταινία του Ζαν-Λικ Γκοντάρ «Με κομμένη την ανάσα» (A bout de souffle), η οποία διαμόρφωσε τη «νουβέλ βαγκ», φέρνοντας νέα οπτική στον γαλλικό κινηματογράφο και ξεφεύγοντας από τους παραδοσιακούς κανόνες. Η ερμηνεία του, ένα μείγμα σκληρότητας, αυθορμητισμού και κωμικού στοιχείου, τον έκανε να συγκριθεί από τον γαλλικό Τύπο με τον Τζέιμς Ντιν.
Γρήγορα εγκατέλειψε την εικόνα του «επαναστάτη δίχως αιτία» και επιβεβαίωσε το υποκριτικό του ταλέντο σε ταινίες όπως το «Μοντεράτο Καντάμπιλε» (Moderato Cantabile, 1960) του Πίτερ Μπρουκ, «Η Ατιμασμένη» (La Ciociara, 1961) του Βιτόριο Ντε Σίκα και «Λεόν Μορέν, ο ιερέας» («Leon Morin, pretre», 1961) του Ζαν-Πιερ Μελβίλ.
Στη συνέχεια, απέδειξε την ικανότητά του στον εμπορικό κινηματογράφο με τις ταινίες δράσης «Καρτούς» (Cartouche, 1962) και «Ο Τυχοδιώκτης του Ρίο» (L’homme de Rio, 1964). Ο Μπελμοντό γύριζε ο ίδιος τις επικίνδυνες σκηνές, προσδίδοντας μεγαλύτερη αληθοφάνεια στο αποτέλεσμα. Πολλές ταινίες συνδύαζαν χιούμορ με δράση, κερδίζοντας το ευρωπαϊκό κοινό.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, πέρασε σε πιο ώριμους και δραματικούς ρόλους, όπως στην ταινία «Ο κυνηγός της περιπέτειας» (Itinéraire d’un enfant gâté, 1988) του Κλοντ Λελούς, που του απέφερε το πρώτο του Σεζάρ, και στη μεταφορά των «Αθλίων» (1995) από τον ίδιο σκηνοθέτη. Άλλες σημαντικές ταινίες περιλαμβάνουν «Ο δρόμος των κακόφημων σπιτιών» (La viaccia, 1961), «Ο χαφιές» (Le Doulos, 1962), «Ο τρελός Πιερό» (Pierrot le Fou, 1965), «Ο κλέφτης» (Le voleur, 1966), «Η σειρήνα του Μισισιπή» (La sirene du Mississippi, 1969), «Μπορσαλίνο» (Borsalino, 1970), «Οι διαρρήκτες» (Le Casse, 1971), «Σταβίνσκι» (1974) και «Ο Επαγγελματίας» (Le Professionnel, 1981).
Παράλληλα, επέστρεψε στο θέατρο με τα έργα «Συρανό ντε Μπερζεράκ» και «Ο ηθοποιός Κιν» του Ζαν-Πολ Σαρτρ. Το 2001 υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο που τον καθήλωσε, ενώ το 2008 επέστρεψε στη μεγάλη οθόνη στην ταινία «Ένας άνθρωπος και ο σκύλος του» (Un homme et son chien), χωρίς να αποκρύψει την αναπηρία του.
Η προσωπική του ζωή ήταν γεμάτη κατακτήσεις με γυναίκες όπως η Ούρσουλα Άντρες και η Λάουρα Αντονέλι. Από τον πρώτο γάμο του με την Ελοντί Κονστάν απέκτησε τρία παιδιά, ενώ με τη δεύτερη σύζυγό του, την ηθοποιό Ναταλί Ταρντιβέλ, απέκτησε ένα παιδί πριν χωρίσουν το 2008.
Ο Ζαν-Πολ Μπελμοντό πέθανε στις 6 Σεπτεμβρίου 2021, αφήνοντας ανεξίτηλο αποτύπωμα στον γαλλικό και διεθνή κινηματογράφο.


