Ο άνθρωπος που σημάδεψε τον 20ό αιώνα με τραγούδια όπως το «My Way», το «Fly Me to the Moon» και το «New York, New York» πέθανε στις 14 Μαΐου 1998, αφήνοντας πίσω του έναν ανυπέρβλητο μύθο

Ο Frank Sinatra υπήρξε κάτι πολύ περισσότερο από ένας επιτυχημένος τραγουδιστής. Ήταν μια πολιτισμική φιγούρα που καθόρισε την αμερικανική ποπ κουλτούρα του 20ού αιώνα, ένας καλλιτέχνης που κατάφερε να ενώσει τη μουσική, τον κινηματογράφο, τη νυχτερινή ζωή, την πολιτική και τον μύθο του σταρ σε μία και μοναδική προσωπικότητα. Για εκατομμύρια θαυμαστές του παρέμεινε για πάντα «Η Φωνή» δηλδή ο άνθρωπος που μπορούσε να τραγουδήσει τη μοναξιά, τον έρωτα, τη φθορά και τη νίκη με τρόπο σχεδόν υπνωτιστικό.

Με πωλήσεις που ξεπέρασαν τα 150 εκατομμύρια δίσκους παγκοσμίως, θεωρείται από πολλούς ο σημαντικότερος αμερικανός τραγουδιστής του περασμένου αιώνα. Τα τραγούδια του, όπως τα My Way, Strangers in the Night, That’s Life, Fly Me to the Moon και Theme from New York, New York, εξακολουθούν να ακούγονται μέχρι σήμερα σαν κομμάτια μιας εποχής που δεν έσβησε ποτέ πραγματικά.

Μια γέννηση που λίγο έλειψε να γίνει τραγωδία

Ο Φράνσις Άλμπερτ Σινάτρα γεννήθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 1915 στο Χόμποκεν του Νιου Τζέρσεϊ, σε οικογένεια ιταλών μεταναστών. Η ίδια του η γέννηση έμελλε να μοιάζει σχεδόν συμβολική για τη θυελλώδη ζωή που θα ακολουθούσε. Κατά τη διάρκεια του τοκετού τραυματίστηκε σοβαρά από τη λαβίδα του γιατρού, με αποτέλεσμα να κοπεί μέρος του αριστερού αυτιού του και να προκληθεί επικίνδυνος τραυματισμός στον λαιμό του. Για λίγες στιγμές όλοι πίστεψαν πως το νεογέννητο ήταν νεκρό. Η ιστορία λέει πως η γιαγιά του ήταν εκείνη που τον έσωσε, βάζοντάς τον κάτω από παγωμένο νερό μέχρι να επανέλθει η αναπνοή του. Από τότε, ο μικρός Φρανκ έμοιαζε να κουβαλά την αίσθηση πως είχε κερδίσει τη ζωή από τύχη, και πως όφειλε να τη ζήσει μέχρι το τέλος.

Γιος του σικελού πυροσβέστη και πρώην μποξέρ Αντονίνο Μαρτίνο Σινάτρα και της νοσοκόμας Ναταλίνα Γκαραβέντα, μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον που συνδύαζε τη φτώχεια των μεταναστών με την υπερπροστατευτικότητα μιας οικογένειας που τον λάτρευε. Παρά τα ακριβά ρούχα και τα δώρα που δεχόταν ως μοναχοπαίδι, ο νεαρός Φρανκ είχε ανήσυχο χαρακτήρα. Για ένα διάστημα συμμετείχε ακόμη και σε μικροσυμμορίες νεαρών στους δρόμους του Νιου Τζέρσεϊ, χτίζοντας από νωρίς την εικόνα του σκληρού αλλά χαρισματικού νεαρού που δεν δεχόταν εύκολα όρια.

Η καθοριστική καμπή ήρθε το 1933, όταν άκουσε ζωντανά τον Bing Crosby. Από εκείνη τη στιγμή αποφάσισε πως ήθελε να γίνει τραγουδιστής. Μετά από συμμετοχή σε ραδιοφωνικό διαγωνισμό ταλέντων, άρχισε να τραγουδά σε μικρά κλαμπ του Νιου Τζέρσεϊ, μέχρι που τράβηξε την προσοχή του τρομπετίστα Harry James. Λίγο αργότερα εντάχθηκε στην ορχήστρα του Tommy Dorsey και η καριέρα του εκτοξεύθηκε. Η φωνή του δεν έμοιαζε με καμία άλλη της εποχής. Δεν τραγουδούσε απλώς τους στίχους· τους «ζούσε». Έπαιζε με τις ανάσες, χαμήλωνε τις λέξεις, δημιουργούσε παύσεις γεμάτες συναίσθημα και έκανε το μικρόφωνο να λειτουργεί σαν προέκταση της ψυχής του. Οι εμφανίσεις του προκαλούσαν πρωτοφανή υστερία. Νεαρές γυναίκες λιποθυμούσαν στις συναυλίες του και τα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης άρχισαν να αντιμετωπίζουν τον Σινάτρα σαν ένα κοινωνικό φαινόμενο. Πολλοί ιστορικοί της ποπ κουλτούρας θεωρούν πως η «Sinatramania» υπήρξε ο πρόδρομος όσων θα ακολουθούσαν αργότερα με τον Elvis Presley και τους The Beatles.

Η δεκαετία του 1940 τον μετέτρεψε σε εθνικό είδωλο, όμως η πτώση ήρθε απότομα. Το 1952, κατά τη διάρκεια εμφάνισής του στο περίφημο κλαμπ Copacabana της Νέας Υόρκης, οι φωνητικές του χορδές αιμορράγησαν. Η φωνή που είχε λατρέψει η Αμερική έμοιαζε να καταρρέει. Η δισκογραφική του εταιρεία τον εγκατέλειψε και πολλοί πίστεψαν ότι η καριέρα του είχε τελειώσει. Ο ίδιος, όμως, αρνήθηκε να εξαφανιστεί.Το 1953 αποδέχθηκε έναν εξευτελιστικά χαμηλά αμειβόμενο ρόλο στην ταινία From Here to Eternity, ελπίζοντας σε μια δεύτερη ευκαιρία. Η επιλογή του αποδείχθηκε ιστορική: κέρδισε το Όσκαρ Β’ Ανδρικού Ρόλου και επέστρεψε πιο ώριμος, πιο σκοτεινός και καλλιτεχνικά πιο βαθύς από ποτέ.

Η φωνή του είχε πλέον αποκτήσει μια σπασμένη, βιωματική ποιότητα. Δεν τραγουδούσε πια σαν νεαρός ερωτευμένος, αλλά σαν άνθρωπος που είχε γνωρίσει την απώλεια, τη φθορά και την επιβίωση. Αυτή ακριβώς η μεταμόρφωση είναι που έκανε πολλούς να θεωρούν πως ο «μεγάλος» Σινάτρα γεννήθηκε ουσιαστικά μετά την προσωπική και επαγγελματική του κατάρρευση.

Το Rat Pack και ο μύθος του Λας Βέγκας

Τη δεκαετία του 1960 ο Σινάτρα ήταν ήδη ένας από τους πιο ισχυρούς ανθρώπους της αμερικανικής βιομηχανίας θεάματος. Μαζί με τους Dean Martin, Sammy Davis Jr., Peter Lawford και Joey Bishop δημιούργησε το θρυλικό Rat Pack.

Η παρέα αυτή δεν ήταν απλώς ένα καλλιτεχνικό σχήμα. Συμβόλιζε έναν ολόκληρο τρόπο ζωής: καζίνο, αλκοόλ, ατελείωτα πάρτι, χολιγουντιανή χλιδή και μια σχεδόν αλαζονική αίσθηση ανδρικής κυριαρχίας. Το Λας Βέγκας ταυτίστηκε όσο κανένας άλλος τόπος με τον Σινάτρα, ο οποίος έγινε η απόλυτη ενσάρκωση της νυχτερινής Αμερικής. Ταυτόχρονα, συνέχισε να ηχογραφεί μεγάλες επιτυχίες και να εμφανίζεται σε ταινίες, μετατρέποντας το όνομά του σε παγκόσμιο brand πολύ πριν καθιερωθεί ο όρος.

Η ζωή του Σινάτρα δεν έμεινε ποτέ μακριά από τις αντιφάσεις και τις σκοτεινές φήμες. Υπήρξε στενός φίλος τόσο του John F. Kennedy όσο και αργότερα του Ronald Reagan, ενώ οι σχέσεις του με ισχυρούς παράγοντες του υποκόσμου αποτέλεσαν αντικείμενο πολυετών ερευνών του Federal Bureau of Investigation. Πολλοί τον κατηγόρησαν για διασυνδέσεις με την ιταλική Μαφία, κάτι που ο ίδιος αρνούνταν σταθερά. Ωστόσο, οι φήμες δεν έσβησαν ποτέ και επηρέασαν ακόμη και τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες στο Λας Βέγκας. Παρ’ όλα αυτά, η ίδια η πόλη αναγνώρισε αργότερα τη συμβολή του στον μύθο της, δίνοντας το όνομά του σε κεντρική λεωφόρο το 2001.

Οι έρωτες και η δημόσια εικόνα

Η προσωπική του ζωή απασχολούσε διαρκώς τον Τύπο. Παντρεύτηκε τέσσερις φορές: με τη Νάνσι Μπαρμπάτο, την Ava Gardner, τη Mia Farrow και την Μπάρμπαρα Μαρξ. Ο γάμος του με την Άβα Γκάρντνερ θεωρήθηκε μία από τις πιο θυελλώδεις και διάσημες σχέσεις του Χόλιγουντ. Πάθος, ζήλια, καβγάδες, επανασυνδέσεις και δημόσια σκάνδαλα δημιούργησαν γύρω τους έναν μύθο που τροφοδοτούσε επί χρόνια τα πρωτοσέλιδα. Παράλληλα, ο Σινάτρα καλλιέργησε με μαεστρία την εικόνα του γοητευτικού, σκληρού αλλά βαθιά ευάλωτου άνδρα. Ήταν ο τραγουδιστής που μπορούσε να εμφανίζεται σαν αδίστακτος κοσμικός και ταυτόχρονα να ερμηνεύει τη μοναξιά με τρόπο σχεδόν σπαρακτικό.

Το τέλος της «Φωνής»

Παρότι ανακοίνωσε την απόσυρσή του το 1971, δεν άντεξε μακριά από τη σκηνή. Συνέχισε να τραγουδά για δεκαετίες, συνεργαζόμενος ακόμη και με νεότερους καλλιτέχνες όπως ο Bono των U2. Η τελευταία του περίοδος σημαδεύτηκε από σοβαρά προβλήματα υγείας. Η φωνή που είχε συνοδεύσει ολόκληρες γενιές άρχισε να σβήνει αργά, μέχρι που στις 14 Μαΐου 1998 ο Φρανκ Σινάτρα πέθανε στο Λος Άντζελες σε ηλικία 82 ετών.

Ο θάνατός του αντιμετωπίστηκε σαν το τέλος μιας ολόκληρης εποχής της αμερικανικής μουσικής και του παλιού Χόλιγουντ. Όμως ο μύθος του δεν έφυγε ποτέ πραγματικά. Γιατί ο Σινάτρα δεν υπήρξε μόνο ένας τραγουδιστής επιτυχιών. Υπήρξε η προσωποποίηση μιας εποχής όπου η φωνή ενός ανθρώπου μπορούσε να κουβαλά μέσα της την κομψότητα, τη μελαγχολία, τον ερωτισμό και την ψευδαίσθηση ότι ακόμη και οι πιο κατεστραμμένοι άνθρωποι μπορούν να τραγουδήσουν τον πόνο τους με στιλ.

About The Author

Αφήστε μια απάντηση

Share via
Copy link
x  Ισχυρή Προστασία για WordPress, από το Shield Security
Αυτός Ο Ιστότοπος Προστατεύεται Από
Shield Security