Στις 14 Μαΐου 1948 γράφτηκε μία από τις πιο καθοριστικές και συγκρουσιακές σελίδες της σύγχρονης παγκόσμιας ιστορίας. Εκείνη την ημέρα, στο Μουσείο του Τελ Αβίβ, ο επικεφαλής του Παγκόσμιου Σιωνιστικού Κογκρέσου και μετέπειτα πρώτος πρωθυπουργός του Ισραήλ, ο Δαβίδ Μπεν-Γκουριόν, διάβασε ενώπιον περίπου 250 προσκεκλημένων τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας του κράτους του Ισραήλ. Για εκατομμύρια Εβραίους σε ολόκληρο τον κόσμο, το γεγονός αυτό αποτέλεσε την ιστορική συγκρότηση ενός εθνικού κράτους που παρουσιάστηκε ως απάντηση στους αιώνες αντισημιτισμού, διωγμών και, κυρίως, στο τραύμα του Ολοκαυτώματος. Για τους Παλαιστινίους και τον αραβικό κόσμο, όμως, η ίδια στιγμή σήμανε την απαρχή της Νάκμπα, της «Καταστροφής», δηλαδή του εκτοπισμού, της απώλειας πατρίδας και της διάλυσης της παλαιστινιακής κοινωνίας.
Η ίδρυση του Ισραήλ υπήρξε προϊόν των πολιτικών και εθνικών εξελίξεων του 19ου και του 20ού αιώνα. Ο πολιτικός σιωνισμός εμφανίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα μέσα στο περιβάλλον της ανόδου των εθνικισμών στην Ευρώπη, των πογκρόμ στην Ανατολική Ευρώπη και της διάχυτης αντισημιτικής βίας. Ο Θεόδωρος Χερτσλ υπήρξε η πιο χαρακτηριστική μορφή αυτού του κινήματος, υποστηρίζοντας ότι οι Εβραίοι δεν μπορούσαν να αποκτήσουν ασφάλεια και πολιτική ισότητα στην Ευρώπη χωρίς τη δημιουργία δικού τους εθνικού κράτους. Καθοριστικό ρόλο έπαιξε η Διακήρυξη Μπάλφουρ του 1917, με την οποία η Μεγάλη Βρετανία εξέφρασε επίσημα τη στήριξή της στη δημιουργία «εθνικής εστίας» για τους Εβραίους στην Παλαιστίνη. Μετά την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τη βρετανική εντολή στην περιοχή, η εβραϊκή μετανάστευση αυξήθηκε ραγδαία, ιδιαίτερα κατά τον Μεσοπόλεμο και ακόμη περισσότερο μετά την άνοδο του ναζισμού στη Γερμανία. Η εξόντωση έξι εκατομμυρίων Εβραίων στο Ολοκαύτωμα ενίσχυσε αποφασιστικά τη διεθνή υποστήριξη προς το σιωνιστικό σχέδιο.
Την ίδια περίοδο, όμως, οι Άραβες της Παλαιστίνης έχαναν σταδιακά τη γη, την πολιτική κυριαρχία και τον δημογραφικό συσχετισμό που διατηρούσαν επί αιώνες στην περιοχή. Η αυξανόμενη αγορά γαιών από σιωνιστικές οργανώσεις, η ενίσχυση της εβραϊκής μετανάστευσης υπό βρετανική προστασία και η ανάπτυξη αυτόνομων πολιτικών, οικονομικών και στρατιωτικών δομών από το εβραϊκό στοιχείο δημιουργούσαν τις βάσεις ενός υπό διαμόρφωση κράτους μέσα στην ίδια την Παλαιστίνη. Παράλληλα, οργανώσεις όπως η Χαγκανά, η Ιργκούν και η Λεχί συγκροτούσαν ένοπλους μηχανισμούς που προετοιμάζονταν ανοιχτά για την εγκαθίδρυση ανεξάρτητου εβραϊκού κράτους.
Η μεγάλη καμπή ήρθε στις 29 Νοεμβρίου 1947, όταν ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών ενέκρινε το σχέδιο διχοτόμησης της Παλαιστίνης σε δύο κράτη, ένα εβραϊκό και ένα αραβικό, ενώ η Ιερουσαλήμ θα τελούσε υπό διεθνή διοίκηση. Το σχέδιο παραχωρούσε περίπου το 55% της επικράτειας στο υπό ίδρυση εβραϊκό κράτος, παρότι οι Άραβες αποτελούσαν ακόμη την πλειονότητα του πληθυσμού και κατείχαν το μεγαλύτερο μέρος της γης. Οι σιωνιστικές οργανώσεις αποδέχθηκαν τη διχοτόμηση ως αφετηρία για τη δημιουργία κράτους. Οι Άραβες την απέρριψαν, θεωρώντας ότι νομιμοποιούσε τον διαμελισμό της πατρίδας τους και την απώλεια των εδαφών τους. Η Ελλάδα συγκαταλεγόταν στις χώρες που καταψήφισαν το σχέδιο, επιδιώκοντας να διατηρήσει τις σχέσεις της με τον αραβικό κόσμο.
Η 14η Μαΐου και η 15η Μαΐου 1948: Δύο αντίθετες ιστορικές μνήμες
Το απόγευμα της 14ης Μαΐου 1948, λίγες ώρες πριν λήξει επίσημα η Βρετανική Εντολή στην Παλαιστίνη, οι ηγέτες του σιωνιστικού κινήματος συγκεντρώθηκαν μυστικά στο Τελ Αβίβ. Εκεί ο Μπεν-Γκουριόν ανακοίνωσε την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ και διάβασε τη Διακήρυξη Ανεξαρτησίας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναγνώρισαν αμέσως το νέο κράτος και δύο ημέρες αργότερα ακολούθησε η Σοβιετική Ένωση, γεγονός που προσέδωσε στο Ισραήλ άμεση διεθνή νομιμοποίηση. Η ίδρυση του Ισραήλ τιμάται κάθε χρόνο από την ισραηλινή πλευρά ως Γιομ Χαατσμάουτ (Ημέρα Ανεξαρτησίας). Ωστόσο, η αμέσως επόμενη ημέρα, η 15η Μαΐου 1948, έχει καταγραφεί στη συλλογική μνήμη των Παλαιστινίων ως Ημέρα της Νάκμπα. Η ημερομηνία αυτή συνδέεται με το τέλος της Βρετανικής Εντολής, την έναρξη του αραβοϊσραηλινού πολέμου του 1948 και κυρίως με τον μαζικό εκτοπισμό εκατοντάδων χιλιάδων Παλαιστινίων από τις εστίες τους.
Οι δύο ημερομηνίες, 14 και 15 Μαΐου 1948, βρίσκονται έτσι ενωμένες αλλά και βαθιά αντιθετικές μέσα στην ιστορία της Μέσης Ανατολής. Για την ισραηλινή αφήγηση, η 14η Μαΐου συμβολίζει την κρατική αποκατάσταση και την εθνική επιβίωση του εβραϊκού λαού μετά το Ολοκαύτωμα. Για την παλαιστινιακή αφήγηση, η 15η Μαΐου σηματοδοτεί την αρχή του ξεριζωμού, της προσφυγιάς και της διαρκούς απώλειας πατρίδας. Μέσα στο κλίμα πολέμου που ακολούθησε, περίπου 700.000 Παλαιστίνιοι εκδιώχθηκαν ή εγκατέλειψαν τα σπίτια τους, ενώ περισσότερα από 500 παλαιστινιακά χωριά καταστράφηκαν ή ερημώθηκαν. Ο όρος «Νάκμπα» χρησιμοποιήθηκε από τον Σύριο διανοούμενο Κωνσταντίνο Ζουρέικ για να περιγράψει αυτή τη συντριβή της παλαιστινιακής κοινωνίας και τη μετατροπή εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων σε πρόσφυγες χωρίς πατρίδα.
Η Νάκμπα δεν αντιμετωπίζεται πλέον μόνο ως ιστορικό γεγονός του 1948 αλλά, για τους Παλαιστίνιους και το διεθνές κίνημα αλληλεγγύης προς αυτούς, ως μια διαρκής διαδικασία εκτοπισμού και βίας που συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Στη σημερινή πραγματικότητα, ο πόλεμος στη Γάζα συνιστά γενοκτονία σε εξέλιξη, με μαζικούς θανάτους αμάχων και ολοκληρωτική καταστροφή των υποδομών και της κοινωνικής ζωής, ενώ στη Δυτική Όχθη διεξάγονται πογκρόμ από εποίκους και εκτεταμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις που οδηγούν σε νέους βίαιους εκτοπισμούς και καθημερινή τρομοκράτηση του παλαιστινιακού πληθυσμού, επιβεβαιώνοντας τη συνέχεια της Νάκμπα ως αδιάκοπης ιστορικής και πολιτικής πραγματικότητας.
