Ο Βασίλης Τριανταφυλλίδης, ο αιχμηρός και πολυδιάστατος καλλιτέχνης που έμεινε γνωστός ως Χάρρυ Κλυνν, άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στο ελληνικό θέατρο, τη δισκογραφία, τον κινηματογράφο και τη δημόσια ζωή
Σαν σήμερα, στις 21 Μαΐου 2018, πέθανε ο Βασίλης Τριανταφυλλίδης, ο σπουδαίος Έλληνας ηθοποιός, συγγραφέας και σατιρικός καλλιτέχνης που το πανελλήνιο γνώρισε και αγάπησε ως Χάρρυ Κλυνν. Υπήρξε μία από τις πλέον εμβληματικές μορφές της μεταπολιτευτικής ελληνικής σάτιρας, ένας δημιουργός με οξύ πολιτικό αισθητήριο, αστείρευτη σκηνική ενέργεια και μια σπάνια ικανότητα να αποτυπώνει τις αντιφάσεις της ελληνικής κοινωνίας μέσα από το χιούμορ και τον αυτοσχεδιασμό. Δεν ήταν τυχαίο ότι πολλοί τον χαρακτήρισαν «Αριστοφάνη του καιρού μας», καθώς η σάτιρά του δεν περιοριζόταν στην απλή διασκέδαση, αλλά λειτουργούσε ως σχόλιο πάνω στην πολιτική, την κοινωνία και τη λαϊκή κουλτούρα της εποχής του.
Γεννημένος στις 7 Μαΐου 1940 στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης, από οικογένεια Ποντίων προσφύγων, ο Βασίλης Τριανταφυλλίδης βρέθηκε σχεδόν τυχαία στον χώρο του θεάματος, όταν σε ηλικία μόλις 18 ετών συμμετείχε σε βραδιά ταλέντων του Γιώργου Οικονομίδη. Η εμφάνισή του απέσπασε το πρώτο βραβείο και του άνοιξε τον δρόμο για την Αθήνα και τη δραματική σχολή του Πέλου Κατσέλη. Από τα τέλη της δεκαετίας του ’50 μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του ’60 εργάστηκε σε βαριετέ, αναψυκτήρια και καμπαρέ της πρωτεύουσας, χώρους στους οποίους καλλιέργησε το ιδιαίτερο υποκριτικό του ύφος, βασισμένο στον αυτοσχεδιασμό, τις μούτες, τη σωματική κωμωδία και την αιχμηρή παρατήρηση της καθημερινότητας.
Το 1964 πραγματοποίησε τα πρώτα του σημαντικά βήματα στον κινηματογράφο, πρωταγωνιστώντας στην ταινία «Τα 201 Καναρίνια» του Γρηγόρη Γρηγορίου, ενώ συμμετείχε και στην επιτυχημένη ταινία «Γάμος αλά… Ελληνικά» του Βασίλη Γεωργιάδη. Την ίδια χρονιά ταξίδεψε σε Καναδά και Ηνωμένες Πολιτείες για σειρά εμφανίσεων, όμως τελικά παρέμεινε εκεί περίπου μία δεκαετία. Στο Σικάγο δημιούργησε οικογένεια με τη Χαρίκλεια Μακρή και απέκτησαν τρία παιδιά, ανάμεσά τους και τον μετέπειτα σκηνοθέτη Νίκο Τριανταφυλλίδη, ο οποίος έφυγε από τη ζωή το 2016, γεγονός που σημάδεψε βαθιά τον καλλιτέχνη.
Η επιστροφή του στην Ελλάδα στα τέλη του 1974 συνέπεσε με τη μεταπολιτευτική περίοδο και αποδείχθηκε καθοριστική τόσο για τον ίδιο όσο και για τη μορφή που θα έπαιρνε η ελληνική πολιτική σάτιρα. Οι εμφανίσεις του στις μπουάτ της Πλάκας και αργότερα στα νυχτερινά κέντρα απέκτησαν γρήγορα φανατικό κοινό, ενώ οι παράνομες κασέτες με αποσπάσματα των προγραμμάτων του κυκλοφορούσαν από χέρι σε χέρι σε ολόκληρη τη χώρα. Η μεγάλη έκρηξη ήρθε το 1978 με τον σατιρικό δίσκο «Για Δέσιμο», μια πρωτόγνωρη εμπορική επιτυχία για τα ελληνικά δεδομένα, που απέδειξε πως η πολιτική και κοινωνική σάτιρα μπορούσε να αποκτήσει μαζικό ακροατήριο.
Τότε ήταν που καθιερώθηκε και το καλλιτεχνικό του ψευδώνυμο «Χάρρυ Κλυνν», ένα λογοπαίγνιο εμπνευσμένο – όπως είχε αποκαλύψει ο ίδιος – από τον κινηματογραφικό ήρωα “Dirty Harry” του Κλιντ Ίστγουντ, μόνο που εκείνος επέλεξε το ακριβώς αντίθετο: έναν «καθαρό» Χάρρυ, που χρησιμοποιούσε το χιούμορ αντί για τα όπλα. Κατά τη δεκαετία του ’80 εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα πρόσωπα της ελληνικής σόουμπιζ, κυριαρχώντας σε θέατρο, κινηματογράφο, βιντεοταινίες, τηλεοπτικές διαφημίσεις και δισκογραφία. Οι χαρακτήρες που δημιούργησε – όπως ο «Τραμπάκουλας», ο ταξιτζής ή ο περίφημος «γύφτος με τις πατάτες» – πέρασαν στη λαϊκή κουλτούρα και συνδέθηκαν με μια ολόκληρη εποχή.
Πίσω όμως από την επιτυχία υπήρχε μια βαθιά γνώση της σάτιρας ως πολιτικής πράξης. Η αμερικανική επιρροή του stand-up comedy, την οποία μετέφερε πρώτος ουσιαστικά στην Ελλάδα, συνδυάστηκε με τις εμπειρίες του από τα καμπαρέ και γέννησε ένα προσωπικό ύφος τολμηρό, προκλητικό και ανελέητο απέναντι στην εξουσία. Η πολιτική σκηνή της δεκαετίας του ’80 και ιδιαίτερα το ΠΑΣΟΚ βρέθηκαν πολλές φορές στο στόχαστρο των παραστάσεών του, χωρίς ωστόσο να λείπουν οι επιθέσεις προς κάθε πολιτικό και κοινωνικό χώρο. Ο Χάρρυ Κλυνν σατίριζε τους πάντες και τα πάντα, αποτυπώνοντας την υπερβολή, τον λαϊκισμό και την ελληνική καθημερινότητα με έναν τρόπο που έκανε το κοινό να γελά αλλά και να αναγνωρίζει τον εαυτό του.
Παράλληλα, υπήρξε μια πολυσχιδής προσωπικότητα που δεν περιορίστηκε ποτέ αποκλειστικά στην υποκριτική. Ασχολήθηκε με τη ζωγραφική, την ποίηση, τη συγγραφή, την αρθρογραφία, αλλά και με τον αθλητισμό. Το 1980 ανέλαβε τον Απόλλωνα Καλαμαριάς, την ομάδα της γενέτειράς του, ενώ το 1988 εξελέγη πρόεδρος της ΕΠΑΕ, όπου ξεχώρισε για τη συγκρουσιακή του στάση απέναντι στην πολιτεία και τα κέντρα εξουσίας του ελληνικού ποδοσφαίρου. Μετά την επιστροφή του μόνιμα στην Καλαμαριά το 2006, συνέχισε να δημιουργεί, να γράφει ποιητικές συλλογές και να παρεμβαίνει δημόσια μέσω άρθρων και κοινωνικών δικτύων.
Η πολιτική του παρουσία υπήρξε επίσης έντονη. Ασχολήθηκε ενεργά με ζητήματα της ποντιακής ομογένειας και διεκδίκησε δύο φορές τον δήμο Καλαμαριάς, το 2006 και το 2010, ενώ υπηρέτησε ως δημοτικός σύμβουλος και επικεφαλής της μείζονος αντιπολίτευσης. Μέχρι το τέλος της ζωής του παρέμεινε παρεμβατικός και σχολιαστής της επικαιρότητας, εκφράζοντας συχνά αιχμηρές πολιτικές απόψεις και αξιοποιώντας το διαδίκτυο ως νέο βήμα δημόσιου λόγου.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα υγείας, τα οποία επιβαρύνθηκαν ιδιαίτερα μετά τον θάνατο του γιου του Νίκου Τριανταφυλλίδη. Ο Χάρρυ Κλυνν άφησε την τελευταία του πνοή στις 21 Μαΐου 2018, σε ηλικία 78 ετών, κλείνοντας ένα μεγάλο κεφάλαιο της ελληνικής σάτιρας. Παρέμεινε μέχρι τέλους ένας καλλιτέχνης ανήσυχος, πολιτικός, αιρετικός και βαθιά λαϊκός, ένας άνθρωπος που κατάφερε να μετατρέψει το γέλιο σε εργαλείο κοινωνικής παρατήρησης και πολιτικής κριτικής.
