Η αιματηρή σφαγή που αφάνισε το νησί και άνοιξε τον δρόμο για την αιγυπτιακή απόβαση στην Πελοπόννησο

Σαν σήμερα, στις 29 Μαΐου 1824, η Κάσος γνώρισε μία από τις πιο τραγικές στιγμές της κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης. Ο ισχυρός αιγυπτιακός στόλος, υπό τον Χουσεΐν Μπέη, έπειτα από διήμερη πολιορκία, κατόρθωσε να αποβιβάσει χιλιάδες Αλβανούς στρατιώτες στο νησί και να συντρίψει την αντίσταση των υπερασπιστών του. Η σφαγή που ακολούθησε υπήρξε ολοκληρωτική: νεκροί, λεηλασίες, αιχμαλωσίες και εξανδραποδισμοί αφάνισαν σχεδόν ολοκληρωτικά το ηρωικό νησί των Δωδεκανήσων. Η καταστροφή του νησιού δεν αποτέλεσε μόνο ένα τοπικό δράμα αλλά συνδέθηκε άμεσα με τη στρατηγική των Αιγυπτίων του Ιμπραήμ να εξουδετερώσουν κάθε επαναστατικό ναυτικό κέντρο στο νοτιοανατολικό Αιγαίο, ώστε να ανοίξει ο δρόμος για την απρόσκοπτη απόβαση των αιγυπτιακών δυνάμεων στην Πελοπόννησο, που πραγματοποιήθηκε λίγους μήνες αργότερα, τον Φεβρουάριο του 1825.

Η Κάσος, το νοτιότερο νησί των Δωδεκανήσων, βρισκόταν σε κομβικό σημείο ανάμεσα στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Η ναυτική της δύναμη είχε αναπτυχθεί σημαντικά ήδη από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, ενώ οι κάτοικοί της διατηρούσαν σχετική αυτονομία χάρη στη ναυτιλία και το εμπόριο. Τα κασιώτικα πλοία συμμετείχαν ενεργά στην Ελληνική Επανάσταση και ιδιαίτερα στην ενίσχυση της εξέγερσης στην Κρήτη. Οι Κάσιοι ανεφοδίαζαν τους Κρητικούς αγωνιστές με όπλα και τρόφιμα, ενώ παράλληλα παρεμπόδιζαν τις οθωμανικές μεταφορές συλλαμβάνοντας τουρκικά αλλά και ευρωπαϊκά πλοία που μετέφεραν πολεμοφόδια στις οθωμανικές δυνάμεις. Για τον λόγο αυτό, η εξουδετέρωση της Κάσου θεωρήθηκε αναγκαία από τον Ιμπραήμ και την αιγυπτιακή διοίκηση. Μετά την καταστολή της επανάστασης στην Κρήτη, ο αιγυπτιακός στόλος στράφηκε αμέσως προς την Κάσο. Στο νησί είχαν καταφύγει και πολλοί Κρητικοί αγωνιστές, ανάμεσά τους ο Δημήτριος Κουρμούλης και ο Αστρινός Χατζηδάκης, γεγονός που ενίσχυε ακόμη περισσότερο τον επαναστατικό χαρακτήρα του νησιού.

Από τα μέσα Απριλίου του 1824 οι Κάσιοι είχαν πληροφορίες για την επικείμενη επίθεση. Η αγωνία εξαπλωνόταν στο νησί, ενώ οι πρόκριτοι απέστειλαν επανειλημμένες εκκλήσεις προς την επαναστατική κυβέρνηση ζητώντας ενισχύσεις και οικονομική βοήθεια. Στις 12 Μαΐου απέστειλαν επίσημη προειδοποίηση για τον κίνδυνο, χωρίς να λάβουν ουσιαστική απάντηση. Στις 17 Μαΐου επανήλθαν, αλλά η απάντηση που έφθασε καθυστερημένα στις 27 Μαΐου ήταν αποκαρδιωτική: «δεν υπάρχουν χρήματα». Μέχρι τότε, ο αιγυπτιακός στόλος είχε ήδη εμφανιστεί ανοιχτά του νησιού, προερχόμενος από τη Σούδα. Παρά την εγκατάλειψη, οι κάτοικοι, μαζί με τους Κρητικούς αγωνιστές, οργάνωσαν όπως μπορούσαν την άμυνα της Κάσου.

Η απόβαση, η σφαγή και η ολοκληρωτική καταστροφή

Η επίθεση ξεκίνησε με σφοδρό κανονιοβολισμό, κυρίως εναντίον της Αγίας Μαρίνας, όπου είχαν συγκεντρωθεί οι περισσότεροι αμυνόμενοι. Οι Κάσιοι αντιστάθηκαν σθεναρά και προσωρινά απέκρουσαν τις πρώτες επιθέσεις. Ο αιγυπτιακός στόλος αριθμούσε από 25 έως 45 πλοία, σύμφωνα με διαφορετικές πηγές, ενώ μετέφερε περίπου 3.000 έως 4.000 Αλβανούς στρατιώτες. Επικεφαλής της επιχείρησης ήταν ο Χουσεΐν Μπέης, ενώ τη ναυτική διοίκηση είχε ο Αλγερινός ναύαρχος Ισμαήλ Γιβραλτάρ. Τη νύχτα της 28ης προς την 29η Μαΐου πραγματοποιήθηκε η καθοριστική κίνηση. Ο Χουσεΐν οργάνωσε παραπλανητική απόβαση βόρεια της Αγίας Μαρίνας, τραβώντας εκεί το βάρος της κασιώτικης άμυνας. Την ίδια ώρα, τριάντα βάρκες γεμάτες Αλβανούς στρατιώτες αποβιβάζονταν κρυφά στην απόκρημνη περιοχή Αντιπέρατος υπό τον χιλίαρχο Μουσά.

Λίγες ώρες αργότερα, περίπου 2.000 στρατιώτες βρίσκονταν ήδη στα νώτα των αμυνομένων. Η άμυνα κατέρρευσε σταδιακά, παρά τη σκληρή αντίσταση. Ο Χουσεΐν πρότεινε παράδοση με αντάλλαγμα τη ζωή των κατοίκων, όμως οι Κάσιοι αρνήθηκαν να συνθηκολογήσουν και συνέχισαν να πολεμούν μέχρι τέλους.Πολλοί κάτοικοι προσπάθησαν να διαφύγουν προς την Κάρπαθο και τις Κυκλάδες, ενώ άλλοι κατέφυγαν στα βουνά συνεχίζοντας τον αγώνα. Ανάμεσά τους ξεχώρισε ο πλοίαρχος Μάρκος Ιωάννου ή Μαλλιαράκης, γνωστός ως Διακομάρκος. Πολέμησε μαζί με περίπου σαράντα άνδρες μέχρι που συνελήφθη. Ο Χουσεΐν, εντυπωσιασμένος από την ανδρεία του, αποφάσισε να του χαρίσει τη ζωή. Όμως ο Διακομάρκος, μόλις του έλυσαν τα δεσμά, άρπαξε ένα γιαταγάνι, σκότωσε τρεις φρουρούς και έπεσε νεκρός λίγο αργότερα, περνώντας στη συλλογική μνήμη ως σύμβολο αντίστασης.

Μετά την κατάρρευση της άμυνας ακολούθησε γενική σφαγή. Περίπου 2.000 άνθρωποι σκοτώθηκαν, ενώ άλλα τόσα γυναικόπαιδα αιχμαλωτίστηκαν και οδηγήθηκαν στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής. Τα σπίτια λεηλατήθηκαν και καταστράφηκαν, τα κασιώτικα πλοία δημεύτηκαν και πολλοί κάτοικοι αναγκάστηκαν να υπηρετήσουν στα αιγυπτιακά πληρώματα για να σώσουν τις οικογένειές τους. Ακόμη και χριστιανοί Αλβανοί στρατιώτες φέρονται να προσπάθησαν μάταια να αποτρέψουν τις σφαγές και τις απαγωγές. Με την ολοκλήρωση της επιχείρησης, ο Χουσεΐν εγκατέστησε οθωμανική διοίκηση στο νησί και εξασφάλισε χωρίς αντίσταση την υποταγή της Καρπάθου, πριν επιστρέψει στη Σούδα.

Η είδηση της καταστροφής προκάλεσε πανικό στα άλλα ναυτικά κέντρα του Αγώνα. Υδραίοι και Σπετσιώτες συγκρότησαν στόλο υπό τον ναύαρχο Γεώργιο Σαχτούρη, ο οποίος έφθασε στην Κάσο στις 21 Ιουνίου. Οι εικόνες που αντίκρισε ήταν συγκλονιστικές. Όπως έγραψε ο ίδιος στα απομνημονεύματά του, βρήκε «σπίτια κατακρημνισμένα… κατακαμμένα… ανθρώπους πολλά ολίγους», οι οποίοι είχαν βυθιστεί «εις τα δάκρυα με γογγυσμούς φωνάς και θρήνον απαρηγόρητον». Λίγες ημέρες αργότερα, στις 24 Ιουνίου, ο ελληνικός στόλος πληροφορήθηκε και την καταστροφή των Ψαρών, επιβεβαιώνοντας ότι το 1824 υπήρξε μία από τις πιο δραματικές χρονιές της Ελληνικής Επανάστασης.

About The Author

Αφήστε μια απάντηση

Share via
Copy link