Η εκτέλεση των ανδρών του χωριού από τους Γερμανούς αλεξιπτωτιστές σηματοδότησε την έναρξη μιας σειράς αιματηρών αντιποίνων κατά του κρητικού λαού μετά τη Μάχη της Κρήτης

Στις 2 Ιουνίου 1941 γράφτηκε μία από τις πιο τραγικές σελίδες της γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα. Στο χωριό Κοντομαρί, λίγα χιλιόμετρα δυτικά των Χανίων και κοντά στο αεροδρόμιο του Μάλεμε, Γερμανοί αλεξιπτωτιστές προχώρησαν στην εκτέλεση δεκάδων ανδρών κατοίκων του χωριού, ως αντίποινα για τη συμμετοχή του τοπικού πληθυσμού στη Μάχη της Κρήτης. Η σφαγή αυτή θεωρείται το πρώτο οργανωμένο έγκλημα αντιποίνων που διέπραξαν οι δυνάμεις κατοχής στην Κρήτη και προανήγγειλε την πολιτική της τρομοκρατίας που θα ακολουθούσε τα επόμενα χρόνια.

Η Μάχη της Κρήτης είχε ξεκινήσει στις 20 Μαΐου 1941 με τη μεγάλη γερμανική αεραποβατική επιχείρηση κατά του νησιού. Οι αλεξιπτωτιστές της Βέρμαχτ προσγειώθηκαν σε διάφορα σημεία της Μεγαλονήσου, συναντώντας όμως πολύ ισχυρότερη αντίσταση από εκείνη που ανέμεναν. Εκτός από τις συμμαχικές δυνάμεις, ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε η συμμετοχή των απλών Κρητικών, οι οποίοι πολέμησαν τους εισβολείς με κάθε διαθέσιμο μέσο, από κυνηγετικά όπλα μέχρι αυτοσχέδια εργαλεία και γεωργικά σύνεργα.

Στην περιοχή του Μάλεμε οι απώλειες των γερμανικών μονάδων υπήρξαν ιδιαίτερα βαριές. Οι αλεξιπτωτιστές του 3ου Τάγματος της 1ης Μεραρχίας Αλεξιπτωτιστών υπέστησαν σημαντικά πλήγματα, χάνοντας εκατοντάδες άνδρες, ενώ ανάμεσα στους νεκρούς βρισκόταν και ο διοικητής τους, ταγματάρχης Ότο Σέρμπερ. Η απροσδόκητη αντίσταση του άμαχου πληθυσμού προκάλεσε οργή στη γερμανική στρατιωτική ηγεσία, η οποία θεωρούσε ότι οι πολίτες δεν είχαν δικαίωμα να συμμετέχουν σε πολεμικές επιχειρήσεις.

Κατά τη διάρκεια και αμέσως μετά τη μάχη άρχισαν να κυκλοφορούν αναφορές για επιθέσεις Κρητικών εναντίον Γερμανών στρατιωτών. Οι αναφορές αυτές έφτασαν μέχρι την ανώτατη ηγεσία του Τρίτου Ράιχ. Ο Χέρμαν Γκέρινγκ έδωσε εντολή στον διοικητή των γερμανικών αλεξιπτωτιστών, τον στρατηγό Κουρτ Στούντεντ, να διερευνήσει τα γεγονότα και να λάβει μέτρα αντιποίνων όπου κρινόταν απαραίτητο. Μετά την ολοκλήρωση της κατάληψης της Κρήτης, στις 31 Μαΐου 1941, ο Στούντεντ εξέδωσε διαταγή που εξουσιοδοτούσε τις εμπλεκόμενες μονάδες να προχωρήσουν σε αντίποινα εναντίον περιοχών όπου είχε εκδηλωθεί αντίσταση από τον άμαχο πληθυσμό.

Δύο ημέρες αργότερα, ο υπολοχαγός Χορστ Τρέμπες, επικεφαλής τμήματος του 3ου Τάγματος Αλεξιπτωτιστών, εισήλθε στο Κοντομαρί με τους άνδρες του. Οι Γερμανοί συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους του χωριού, διαχώρισαν τα γυναικόπαιδα από τους άνδρες και κράτησαν τους τελευταίους ως ομήρους. Στη συνέχεια τους οδήγησαν σε ελαιώνα έξω από τον οικισμό, όπου εκτελέστηκαν μαζικά. Ο ακριβής αριθμός των θυμάτων παραμένει αντικείμενο ιστορικής συζήτησης, με τις εκτιμήσεις να κυμαίνονται από 23 έως και 60 νεκρούς.

Η σφαγή ήταν μια πράξη εκφοβισμού και παραδειγματισμού από τις γερμανικές αρχές κατοχής που επιδίωκαν να καταστήσουν σαφές ότι οποιαδήποτε συμμετοχή πολιτών σε αντιστασιακές ενέργειες θα τιμωρούνταν συλλογικά και αμείλικτα. Ο ίδιος ο Τρέμπες παρασημοφορήθηκε αργότερα από τον Γκέρινγκ με τον Σταυρό των Ιπποτών του Σιδηρού Σταυρού για τη δράση του στην Κρήτη, πριν σκοτωθεί το 1944 στη Νορμανδία.

Ιδιαίτερη ιστορική σημασία έχει το γεγονός ότι η εκτέλεση καταγράφηκε φωτογραφικά από τον Γερμανό πολεμικό ανταποκριτή Φραντς-Πέτερ Βάιξλερ, ο οποίος υπηρετούσε στο τμήμα προπαγάνδας της Βέρμαχτ. Οι φωτογραφίες του αποτυπώνουν βήμα προς βήμα τη συγκέντρωση των κατοίκων, τη μεταφορά τους στον χώρο της εκτέλεσης και τις τελευταίες στιγμές πριν από τον θάνατό τους. Πρόκειται για ένα από τα ελάχιστα τεκμηριωμένα φωτογραφικά ντοκουμέντα ναζιστικής θηριωδίας κατά αμάχων στην κατεχόμενη Ευρώπη. Ο Βάιξλερ αργότερα κατηγορήθηκε από τις γερμανικές αρχές για ενέργειες που θεωρήθηκαν αντιστρατιωτικές, ενώ μετά τον πόλεμο κατέθεσε ως μάρτυρας κατηγορίας στις δίκες της Νυρεμβέργης. Το πολύτιμο φωτογραφικό του αρχείο παρέμεινε για δεκαετίες στα ομοσπονδιακά αρχεία της Δυτικής Γερμανίας και επανήλθε στο φως τη δεκαετία του 1980, συμβάλλοντας καθοριστικά στην ιστορική τεκμηρίωση του εγκλήματος.

Η 2α Ιουνίου 1941 σηματοδότησε την έναρξη μιας σκοτεινής περιόδου για την Κρήτη. Την ίδια ημέρα οι γερμανικές δυνάμεις στράφηκαν και εναντίον της Κανδάνου, η οποία καταστράφηκε ολοκληρωτικά ως πράξη εκδίκησης. Λίγους μήνες αργότερα ακολούθησαν νέες μαζικές εκτελέσεις σε χωριά της περιοχής των Χανίων, με αποκορύφωμα τις εκτελέσεις δεκάδων κατοίκων από τον Αλικιανό και τα γειτονικά χωριά.

Ογδόντα πέντε χρόνια μετά, το Κοντομαρί παραμένει σύμβολο της θυσίας και της αντίστασης του κρητικού λαού απέναντι στη ναζιστική κατοχή. Η μνήμη των θυμάτων διατηρείται ζωντανή ως υπενθύμιση του ανθρώπινου κόστους του πολέμου και της αξίας της ελευθερίας απέναντι στη βία και την καταπίεση.

About The Author

Αφήστε μια απάντηση

Share via
Copy link