Στους κινηματογράφους από τις 10/6
Ημέρα Αποκάλυψης ή Ημέρα Απογοήτευσης
Πρώτο θερινό σινεμά για φέτος, με τη μεγάλη και πολυαναμενόμενη επιστροφή του Σπίλμπεργκ στην «Ημέρα Αποκάλυψης», η οποία αποδείχθηκε τελικά μια μεγάλη απογοήτευση. Η προσμονή ήταν αναμφίβολα μεγάλη, καθώς πρόκειται για έναν από τους σημαντικότερους και επιδραστικότερους δημιουργούς στην ιστορία του κινηματογράφου, έναν σκηνοθέτη που έχει αφήσει ανεξίτηλο το αποτύπωμά του τόσο στην επιστημονική φαντασία όσο και συνολικότερα στο σύγχρονο εμπορικό σινεμά. Ωστόσο, η νέα του αυτή απόπειρα μοιάζει περισσότερο με μια ανακύκλωση παλιών μοτίβων και θεματικών που ο ίδιος έχει ήδη πραγματευτεί πολύ πιο αποτελεσματικά στο παρελθόν, παρά με μια ουσιαστική και εμπνευσμένη επιστροφή στο είδος που τον καθιέρωσε. Παράλληλα, η ταινία σηματοδοτεί και την επιστροφή ενός ακόμη μεγάλου δημιουργού, στη μουσική: πρόκειται για τον 94χρονο Τζον Γουίλιαμς, μετά από τρία χρόνια απουσίας και ενώ, μετά τον «Ιντιάνα Τζόουνς και ο Δίσκος του Πεπρωμένου» (2023), είχε προσωρινά ανακοινώσει την απόσυρσή του. Πρόκειται για την τριακοστή συνεργασία του με τον Στίβεν Σπίλμπεργκ, με την πρώτη να χρονολογείται πίσω στο 1974, και είναι, ουσιαστικά, το μοναδικό στοιχείο που διασώζεται ως πραγματικά συνεκτικό καλλιτεχνικό αποτύπωμα μέσα στην ταινία.

Στην ταινία επιστημονικής φαντασίας, παραγωγής Universal Pictures, σε σκηνοθεσία Στίβεν Σπίλμπεργκ και σενάριο του Ντέιβιντ Κεπ, πρωταγωνιστούν οι Έμιλι Μπλαντ, Τζος Ο’Κόνορ, Κόλιν Φερθ, Ίβ Χιούσον και Κόλμαν Ντομίνγκο. Οι ηθοποιοί είναι ίσως το μόνο στοιχείο που ξεχωρίζει, και αυτό με βάση το υλικό που είχαν στη διάθεσή τους, μέσα σε μια ταινία με μηδενική δράση -σε ευθεία αντίθεση με όσα είδαμε στο τρέιλερ- φλύαρη και ανοικονόμητη στα πλάνα, στις ιδέες της, σχεδόν σε όλα. Οι ερμηνείες καταφέρνουν κατά στιγμές να δώσουν κάποια υπόσταση σε χαρακτήρες που παραμένουν σε μεγάλο βαθμό σχηματικοί και ανολοκλήρωτοι. Ο Κόλιν Φερθ σε έναν ασυνήθιστο για τον ίδιο ρόλο «κακού» και η Έμιλι Μπλαντ είναι εκείνοι που ξεχωρίζουν περισσότερο, ενώ ιδιαίτερη μνεία αξίζει και στους Κόλμαν Ντομίνγκο (Euphoria, Michael) και Τζος Ο’Κόνορ (God’s Own Country, Challengers), οι οποίοι αξιοποιούν στο μέτρο του δυνατού το περιορισμένο υλικό που τους παρέχει το σενάριο. Ωστόσο, ούτε το ταλέντο των πρωταγωνιστών αρκεί για να καλύψει τα κενά ενός σεναρίου που μοιάζει να περιφέρεται διαρκώς γύρω από τον εαυτό του, χωρίς να βρίσκει πραγματική κατεύθυνση ή δραματική ένταση. Παρά τις φιλότιμες ερμηνείες, οι χαρακτήρες λειτουργούν περισσότερο ως φορείς πληροφοριών και ιδεών παρά ως ολοκληρωμένες προσωπικότητες -κάτι που φανερώνει πρωτίστως τις αδυναμίες του σεναρίου, αλλά και της σκηνοθεσίας να τους αξιοποιήσει με ουσιαστική δραματουργική επάρκεια- με αποτέλεσμα οι δραματικές κορυφώσεις να μην αποκτούν ποτέ το αναμενόμενο συναισθηματικό βάρος, ούτε καν προς τη λήξη της ταινίας.

Η μεγαλύτερη αδυναμία της ταινίας βρίσκεται ακριβώς στον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται τον χρόνο και τον ρυθμό της. Θα μπορούσε άνετα να είναι συντομότερη κατά μισή ώρα ή και τρία τέταρτα, καθώς μεγάλο μέρος της διάρκειάς της αναλώνεται σε επαναλήψεις, σε σκηνές που επιμηκύνονται χωρίς λόγο και σε αφηγηματικές διαδρομές που ελάχιστα προσφέρουν στην εξέλιξη της ιστορίας. Ο Σπίλμπεργκ υπήρξε ανέκαθεν ένας σκηνοθέτης που γνώριζε πώς να χτίζει την προσμονή, πώς να μετατρέπει ακόμη και τις πιο απλές σκηνές σε φορείς αγωνίας, θαυμασμού ή συγκίνησης. Εδώ όμως η αίσθηση αυτή απουσιάζει σχεδόν ολοκληρωτικά. Η ταινία μοιάζει να κινείται νωχελικά από τη μία σκηνή στην άλλη, χωρίς ποτέ να αποκτά την απαραίτητη δυναμική που θα έκανε τον θεατή να επενδύσει πραγματικά σε όσα διαδραματίζονται στην οθόνη.
Δύσκολα, επίσης, μπορεί κανείς να εντοπίσει κάποια πραγματικά πρωτότυπη ιδέα. Παρά τις φιλοδοξίες της, η «Ημέρα Αποκάλυψης» αναμασά γνωστά θέματα γύρω από το άγνωστο, την επαφή με το διαφορετικό και τη θέση του ανθρώπου απέναντι σε δυνάμεις που υπερβαίνουν την κατανόησή του, χωρίς όμως να προσθέτει κάτι ουσιαστικά νέο σε αυτή τη συζήτηση. Άλλωστε, ο Σπίλμπεργκ έχει προσεγγίσει αντίστοιχα θέματα σαφώς καλύτερα και πιο άρτια στο κλασικό αριστούργημα του «E.T. ο Εξωγήινος» (1982), αλλά και σε άλλες κορυφαίες στιγμές της φιλμογραφίας του, όπου η τεχνική αρτιότητα συνδυαζόταν με αληθινή συγκινησιακή δύναμη και μια αίσθηση κινηματογραφικού θαύματος που εδώ απουσιάζει. Ακόμη πιο προβληματικός, ωστόσο, είναι ο τρόπος με τον οποίο η ταινία επιχειρεί να αρθρώσει το ευρύτερο θεματικό και ιδεολογικό της πλαίσιο. Η «Ημέρα Αποκάλυψης» φιλοδοξεί να καταθέσει έναν πολιτικό σχολιασμό για έναν κόσμο που μοιάζει να βαδίζει προς τον Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο, να αναδείξει τον ρόλο της θρησκείας σε συνθήκες υπαρξιακής και κοινωνικής κρίσης κρίσης και παράλληλα να αξιοποιήσει έννοιες όπως η ενόραση και η μεταφυσική αναζήτηση απέναντι στο άγνωστο. Όλα αυτά θα μπορούσαν θεωρητικά να συνθέσουν ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον σύνολο. Στην πράξη όμως παραδίδουν ένα φτηνό, καθόλου πειστικό και συχνά ακούσια κωμικό ηθικοπλαστικό μάθημα, το οποίο χειρίζεται τις ιδέες του με τρόπο επιφανειακό και σχηματικό. Ναι, ακόμη και μια ταινία επιστημονικής φαντασίας οφείλει να διαθέτει εσωτερικό ρεαλισμό και συνέπεια. Όταν αυτά απουσιάζουν, δεν προκύπτει ένα σοβαρό έργο που ζητά από τον θεατή να αναστείλει την δυσπιστία του, αλλά μια αισθητικά και νοηματικά φτωχή εκδοχή του ίδιου του είδους. Η ταινία παίζει διαρκώς με όλα τα παραπάνω στοιχεία, χωρίς όμως να καταφέρνει ποτέ να τα εντάξει οργανικά ούτε στο σενάριό της ούτε στη συνολική δραματουργική της ανάπτυξη, αφήνοντας τελικά την αίσθηση ενός απίστευτα βαρετού και εξαντλητικά κουραστικού συνόλου, που φιλοδοξεί να πει πολλά, αλλά καταλήγει να μην λέει σχεδόν τίποτα με πραγματική σαφήνεια, συνοχή ή βάθος. Γι’ αυτό, αν κάποιος αναζητά ένα έργο που συνδυάζει πολύ πιο ισορροπημένα και πειστικά την επιστημονική φαντασία, τη θρησκευτική πίστη, τον υπαρξιακό προβληματισμό και την ανθρώπινη διάσταση απέναντι στο άγνωστο, ίσως αξίζει περισσότερο να επιστρέψει στον «Οιωνό» (Signs, 2002) του Μ. Νάιτ Σιάμαλαν, με τους Μελ Γκίμπσον και Χοακίν Φοίνιξ, μια ταινία που, ανεξάρτητα από τις επιμέρους ενστάσεις που μπορεί να έχει κανείς, καταφέρνει να συνδέσει αυτά τα στοιχεία με πολύ μεγαλύτερη οικονομία, συνοχή και δραματική αποτελεσματικότητα. Ή, ακόμη καλύτερα, είναι προτιμότερο να επιστρέψει κανείς στα κλασικά αριστουργήματα του Σπίλμπεργκ, όπως ο «E.T.», τον οποίο ήδη έχουμε αναφέρει, αλλά και στις εμβληματικές «Στενές Επαφές Τρίτου Τύπου» (1977) και τον «Πόλεμο των Κόσμων» (2005), όπου η φαντασία, το δέος και η συναισθηματική δύναμη συνυπάρχουν με τρόπο που εδώ απουσιάζει ολοκληρωτικά αλλά σε καμία περίπτωση, πάντως, δεν μπορεί να προταθεί η ταινία για την οποία γίνεται λόγος στη συγκεκριμένη τοποθέτηση.

Οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι στην «Ημέρα Αποκάλυψης», υπάρχει ένα θετικό αποκορύφωμα προς το τέλος, μια στιγμή όπου η ταινία δείχνει επιτέλους να βρίσκει τον στόχο της και να πλησιάζει το συναισθηματικό και νοηματικό βάθος που αναζητούσε σε όλη τη διάρκειά της. Είναι ίσως η μοναδική ακολουθία που αφήνει την αίσθηση ότι πίσω από τον υπερβολικό όγκο εικόνων και ιδεών κρυβόταν μια πιο ουσιαστική ιστορία. Ακόμη όμως και αυτή η στιγμή υπονομεύεται από τον ανηλεή βομβαρδισμό του θεατή με πλήθος εικόνων χωρίς ουσία -το μήνυμα ή η εντύπωση περνούν και με λιγότερα πλάνα- καθώς και από μια εμφανή αδυναμία αυτοσυγκράτησης που χαρακτηρίζει συνολικά τη σκηνοθετική προσέγγιση. Σε μια εποχή όπου το ψηφιακό θέαμα έχει κατακλύσει το εμπορικό σινεμά, ο Σπίλμπεργκ δείχνει να πέφτει στην ίδια παγίδα που άλλοτε απέφευγε: η εικόνα συσσωρεύεται διαρκώς, χωρίς να συνοδεύεται από αντίστοιχη αφηγηματική ή συναισθηματική πυκνότητα. Το φινάλε δίνει αρχικά την εντύπωση μιας μεγάλης κορύφωσης, όμως καταλήγει να αφήνει τον θεατή κουρασμένο και ξεκρέμαστο, χωρίς την αναμενόμενη συναισθηματική ανταμοιβή και με περισσότερα ερωτήματα από όσα η ίδια η ταινία είναι σε θέση να υποστηρίξει ή να απαντήσει.
Το τελικό αποτέλεσμα είναι μια ταινία που δεν είναι κακή με την αυστηρή έννοια του όρου, αλλά απογοητεύει ακριβώς επειδή φέρει την υπογραφή του Στίβεν Σπίλμπεργκ. Αν επρόκειτο για έργο ενός λιγότερο καταξιωμένου δημιουργού, ίσως να αντιμετωπιζόταν με μεγαλύτερη επιείκεια. Όταν όμως ο πήχης έχει τοποθετηθεί τόσο ψηλά από έναν σκηνοθέτη που έχει χαρίσει μερικές από τις σημαντικότερες στιγμές του σύγχρονου κινηματογράφου, μια τόσο άνιση, φλύαρη και τελικά αμήχανη δημιουργία δεν μπορεί παρά να αφήνει μια έντονη αίσθηση χαμένης ευκαιρίας. Το μεγαλύτερο πρόβλημα της «Ημέρας Αποκάλυψης» δεν είναι ότι αποτυγχάνει ως ταινία επιστημονικής φαντασίας, αλλά ότι αποτυγχάνει να θυμίσει έστω και στιγμιαία γιατί ο Σπίλμπεργκ υπήρξε ο κατεξοχήν δημιουργός που ανανέωσε το είδος για ολόκληρες γενιές θεατών. Ακόμη και εκείνη η ανόθευτη παιδικότητα που χαρακτήριζε τις σπουδαιότερες στιγμές της φιλμογραφίας του, η ικανότητά του να κοιτάζει το άγνωστο με δέος, περιέργεια και ανθρωπιά, μοιάζει εδώ να έχει χαθεί ολοκληρωτικά. Στη θέση της συναντά κανείς μια σοβαροφανή και υπερφορτωμένη αφήγηση, που επιδιώκει διαρκώς να φανεί βαθυστόχαστη, χωρίς όμως να διαθέτει το ανάλογο συναισθηματικό ή νοηματικό βάθος.
Τι άλλο να πει κανείς; Ίσως η μεγαλύτερη απογοήτευση να είναι ότι η πρώτη θερινή κινηματογραφική βραδιά της χρονιάς, η οποία ξεκίνησε με τις καλύτερες προϋποθέσεις και με το όνομα του Σπίλμπεργκ να εγγυάται και να υπόσχεται μια ταινία αντάξια του ταλέντου και της ιδιοφυίας του, κατέληξε να αφήνει περισσότερο την αίσθηση μιας χαμένης ευκαιρίας παρά μιας κινηματογραφικής εμπειρίας που θα θυμάται κανείς όταν σβήσουν τα φώτα της οθόνης.
Βαθμολογία: 5/10
Ειρηναίος Μαράκης, για την Viral Greece
