Σαν σήμερα, στις 18 Ιουλίου 1918, γεννήθηκε στο Μβέζο της Νότιας Αφρικής ο Νέλσον Ρολιλάλα Μαντέλα, μία από τις σημαντικότερες πολιτικές προσωπικότητες του 20ού αιώνα και παγκόσμιο σύμβολο του αγώνα για ελευθερία, ισότητα και ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Ο Μαντέλα καταγόταν από τη βασιλική οικογένεια των Τέμπου και ανήκε στη φατρία Μαντίμπα, όνομα με το οποίο τον αποκαλούσαν τιμητικά εκατομμύρια άνθρωποι.
Από τις νομικές σπουδές στον αγώνα κατά του απαρτχάιντ
Ολοκλήρωσε τις προπτυχιακές του σπουδές μέσω του Πανεπιστημίου της Νότιας Αφρικής και στη συνέχεια γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου του Γουιτγουότερσραντ. Αποχώρησε χωρίς να αποφοιτήσει και απέκτησε τελικά πτυχίο Νομικής από το Πανεπιστήμιο της Νότιας Αφρικής το 1989, ενώ βρισκόταν ακόμη στη φυλακή.
Το 1952 ίδρυσε μαζί με τον Όλιβερ Τάμπο το «Mandela & Tambo», το πρώτο δικηγορικό γραφείο της Νότιας Αφρικής που ανήκε σε μαύρους δικηγόρους. Το γραφείο αναλάμβανε πολίτες που βρίσκονταν αντιμέτωποι με τους ρατσιστικούς νόμους του απαρτχάιντ.
Ο Μαντέλα εντάχθηκε στο Αφρικανικό Εθνικό Κογκρέσο και το 1944 συμμετείχε στην ίδρυση της νεολαίας του. Το 1952 πρωταγωνίστησε στην Εκστρατεία Ανυπακοής κατά των ρατσιστικών νόμων, ενώ το 1955 συνέβαλε στον αγώνα για την υιοθέτηση του Χάρτη της Ελευθερίας, ο οποίος οραματιζόταν μία δημοκρατική και μη φυλετική Νότια Αφρική.
Η παρανομία και το «Δόρυ του Έθνους»
Μετά τη σφαγή της Σάρπβιλ, στις 21 Μαρτίου 1960, κατά την οποία η αστυνομία σκότωσε 69 διαδηλωτές, το καθεστώς απαγόρευσε τη λειτουργία του ANC.
Ο Μαντέλα πέρασε στην παρανομία και το 1961 έγινε ένας από τους ιδρυτές της ένοπλης πτέρυγας της οργάνωσης, Umkhonto we Sizwe, γνωστής ως «Δόρυ του Έθνους».
Τον Αύγουστο του 1962 συνελήφθη και καταδικάστηκε αρχικά σε πέντε χρόνια φυλάκισης για υποκίνηση απεργίας και έξοδο από τη χώρα χωρίς διαβατήριο. Ενώ βρισκόταν ήδη στη φυλακή, κατηγορήθηκε μαζί με άλλους ηγέτες του κινήματος στη Δίκη της Ριβόνια.
Στις 20 Απριλίου 1964 εκφώνησε από το εδώλιο την ιστορική ομιλία που έμεινε γνωστή με τη φράση «Είμαι έτοιμος να πεθάνω». Στις 12 Ιουνίου καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη.
Τα 27 χρόνια στη φυλακή
Ο Μαντέλα πέρασε συνολικά 27 χρόνια φυλακισμένος. Από το 1964 έως το 1982 κρατήθηκε στο Ρόμπεν Άιλαντ και αργότερα μεταφέρθηκε στις φυλακές Πόλσμουρ και Βίκτορ Βέρστερ.
Το 1985 απέρριψε πρόταση αποφυλάκισης που προϋπέθετε την αποκήρυξη της ένοπλης αντίστασης. Στο μεταξύ, η διεθνής εκστρατεία για την απελευθέρωσή του είχε μετατρέψει τον ίδιο στο πιο αναγνωρίσιμο σύμβολο κατά του απαρτχάιντ.
Τελικά αφέθηκε ελεύθερος στις 11 Φεβρουαρίου 1990, λίγες ημέρες μετά τη νομιμοποίηση του ANC από τον πρόεδρο Φρεντερίκ ντε Κλερκ.
Από πολιτικός κρατούμενος στην προεδρία
Μετά την αποφυλάκισή του, ο Μαντέλα ηγήθηκε των διαπραγματεύσεων για τον τερματισμό του απαρτχάιντ και τη δημοκρατική μετάβαση της χώρας.
Το 1993 μοιράστηκε το Νόμπελ Ειρήνης με τον Φρεντερίκ ντε Κλερκ για τη συμβολή τους στην ειρηνική κατάργηση του καθεστώτος των φυλετικών διακρίσεων.
Στις 27 Απριλίου 1994 διεξήχθησαν οι πρώτες δημοκρατικές εκλογές της Νότιας Αφρικής με καθολική ψηφοφορία. Το ANC επικράτησε και στις 10 Μαΐου ο Μαντέλα ορκίστηκε πρώτος δημοκρατικά εκλεγμένος και πρώτος μαύρος πρόεδρος της χώρας.
Κατά τη θητεία του επιδίωξε τη συμφιλίωση ανάμεσα στις διαφορετικές πληθυσμιακές ομάδες και την οικοδόμηση ενός νέου δημοκρατικού κράτους. Το 1996 υπογράφηκε το νέο Σύνταγμα της Νότιας Αφρικής.
Το 1997 παρέδωσε την ηγεσία του ANC στον Τάμπο Μπέκι, ενώ το 1999 αποχώρησε από την προεδρία της χώρας, έχοντας ολοκληρώσει μία θητεία.
Η παγκόσμια κληρονομιά του
Μετά την αποχώρησή του από την ενεργό πολιτική, συνέχισε τη δράση του για την ειρήνη, την κοινωνική δικαιοσύνη, την καταπολέμηση της φτώχειας και την ενημέρωση για το HIV/AIDS.
Το 2009 η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ καθιέρωσε τη 18η Ιουλίου ως Διεθνή Ημέρα Νέλσον Μαντέλα, αναγνωρίζοντας την προσφορά του στον πολιτισμό της ειρήνης και της ελευθερίας. Η ημέρα τιμάται επισήμως κάθε χρόνο από το 2010.
Ο Νέλσον Μαντέλα πέθανε στις 5 Δεκεμβρίου 2013 στο σπίτι του στο Γιοχάνεσμπουργκ, σε ηλικία 95 ετών. Η ζωή του παραμένει διαχρονικό παράδειγμα αντίστασης στην καταπίεση, πολιτικής συμφιλίωσης και αφοσίωσης στη δημοκρατία.
