Ο Μπομπ Όντενκερκ επιστρέφει στη δράση, σε μια χιονισμένη πόλη όπου τίποτα δεν είναι τόσο «κανονικό» όσο φαίνεται
Ο Μπομπ Όντενκερκ ξαναφορά το αδιάβροχο, παίρνει στα χέρια του το σήμα του σερίφη και, παρέα με τον Ντέρεκ Κόλσταντ, τον άνθρωπο πίσω από το σύμπαν του «John Wick» και το σενάριο του «Κανένας», επιστρέφει σε έναν κόσμο όπου οι ήσυχοι άνθρωποι συνήθως κρύβουν κάτι πολύ λιγότερο ήσυχο. Μόνο που αυτή τη φορά η ιστορία μεταφέρεται στη χιονισμένη Μινεσότα και σε μια μικρή πόλη με το μάλλον ειρωνικό όνομα Νόρμαλ (normal: το κανονικό, το φυσιολογικό), όπου όλα υποτίθεται πως είναι φυσιολογικά, μέχρι τη στιγμή που παύουν να είναι. Το «Ο Σερίφης» («Normal»), σε σκηνοθεσία του Μπεν Γουίτλι, είναι ένα καταιγιστικό νεο-γουέστερν που ανακατεύει αστυνομικό μυστήριο, μαύρη κωμωδία, βίαιη δράση και μια διακριτική, αλλά εύστοχη κοινωνική σάτιρα, ενώ ταυτόχρονα ξαναφέρνει στην ίδια ομάδα τον Όντενκερκ, τον Κόλσταντ και τον παραγωγό Μαρκ Προβισιέρο, δηλαδή τον βασικό δημιουργικό πυρήνα του «Κανένας». Και αν η συνταγή μοιάζει εκ πρώτης όψεως γνώριμη, η συγκεκριμένη ταινία έχει αρκετή προσωπικότητα ώστε να μη λειτουργεί απλώς ως ακόμη ένα «Κανένας», αλλά ως μια παράξενη, αιματηρή και διασκεδαστική παραλλαγή πάνω στο ίδιο κινηματογραφικό DNA.

Ο Γιουλίσις Ρίτσαρντσον, τον οποίο υποδύεται ο Μπομπ Όντενκερκ, είναι ένας ήσυχος αναπληρωτής σερίφης με βαρύ προσωπικό και επαγγελματικό παρελθόν, ο οποίος καταφτάνει στη Νόρμαλ προκειμένου να αναλάβει προσωρινά τα καθήκοντα του σερίφη, μετά τον παράξενο θάνατο του προκατόχου του. Δεν αναζητά περιπέτειες, δεν θέλει να γίνει ήρωας και, κυρίως, δεν έχει καμία διάθεση να μπλέξει ξανά σε καταστάσεις που θα του θυμίσουν γιατί βρίσκεται εξαρχής σε αυτή την παγωμένη γωνιά της αμερικανικής ενδοχώρας. Η προσωρινή δουλειά μοιάζει ιδανική: λίγες εβδομάδες υπηρεσίας, ελάχιστες συγκρούσεις, μια κάποια απόσταση από το παρελθόν του και αρκετός χρόνος ώστε να δει αν μπορεί να επουλώσει τα προσωπικά και επαγγελματικά τραύματά του, ακόμη και να εξετάσει αν υπάρχει τρόπος να σωθεί ο γάμος του. Με άλλα λόγια, ο Γιουλίσις θέλει απλώς να υπάρχει, να είναι ορατός, να κάνει τα απολύτως απαραίτητα και να φύγει από την πόλη όπως ακριβώς μπήκε. Ένα σχέδιο εξαιρετικό στη θεωρία, αλλά παντελώς ακατάλληλο για μια ταινία δράσης.
Και φυσικά η Νόρμαλ δεν είναι καθόλου φυσιολογική. Ο προηγούμενος σερίφης βρίσκεται νεκρός στην ύπαιθρο, παγωμένος από το κρύο, φορώντας μόνο τα εσώρουχά του και κρατώντας στο χέρι ένα καλάμι ψαρέματος, μια εικόνα που από μόνη της θα μπορούσε να αποτελέσει την αρχή ενός εντελώς διαφορετικού φιλμ. Την ίδια στιγμή, μια από τις πιο απολαυστικά παράξενες εισαγωγικές σκηνές μάς έχει ήδη συστήσει μια ομάδα μελών της Γιάκουζα, τα οποία μεταφέρονται με τη βία από την Ιαπωνία στις Ηνωμένες Πολιτείες, υπό την απειλή ότι, αν δεν συνεργαστούν, μπορεί να χάσουν ακόμη και κάποιο δάχτυλο ή και τη ζωή τους, με τελικό προορισμό αυτή την παγωμένη κωμόπολη της Μινεσότα, με πληθυσμό μικρότερο των δύο χιλιάδων κατοίκων. Οι Ιάπωνες, βέβαια, παραμένουν για λίγο άφαντοι, όμως η παρουσία τους λειτουργεί εξαρχής σαν ένα μικρό καμπανάκι κινδύνου: κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια απλή επαρχιακή αστυνομική υπόθεση κρύβεται πίσω από τις χιονισμένες βιτρίνες και τους φαινομενικά φιλήσυχους κατοίκους.
Ο Γιουλίσις αρχίζει να συγκεντρώνει στοιχεία που δεν ταιριάζουν καθόλου με την εικόνα μιας ήρεμης μικρής πόλης, ενώ η πρώτη του γνωριμία με τον δήμαρχο Κίμπνερ, τον οποίο υποδύεται ο Χένρι Γουίνκλερ, κάθε άλλο παρά καθησυχαστική είναι. Όταν, λίγο αργότερα, χτυπά ο συναγερμός στην τοπική τράπεζα, οι ελάχιστοι αστυνομικοί της Νόρμαλ σπεύδουν στο σημείο για να διαπιστώσουν αν πρόκειται πράγματι για ληστεία και, σε μια από τις απολαυστικά παρανοϊκές ανατροπές της ταινίας, καταλήγουν να ανοίγουν πυρ εναντίον του ίδιου του Γιουλίσις. Κι εδώ ο τίτλος γίνεται ακόμη πιο ειρωνικός: ο πρωταγωνιστής ονομάζεται Γιουλίσις, δηλαδή Οδυσσέας στα αγγλικά, και βρίσκεται ξαφνικά μπλεγμένος στη δική του μικρή Οδύσσεια, πριν ακόμη φτάσει στη μεγάλη οθόνη ο Οδυσσέας του Κρίστοφερ Νόλαν. Αν μη τι άλλο, ακόμα και άθελα της, η ταινία ξέρει να διασκεδάζει με τις συμπτώσεις της. Και μαζί της, το κοινό και όλοι εμείς.

Νύχτα χάους
Από εκεί και πέρα, η ήσυχη κωμόπολη θα βυθιστεί σε μια νύχτα χάους, όπου ο Γιουλίσις βρίσκεται παγιδευμένος ανάμεσα σε διεφθαρμένους αστυνομικούς, ενόπλους πολίτες, μια τράπεζα που κρύβει πολύ περισσότερα από τα χρήματα των καταθετών και μια εγκληματική οργάνωση που έχει απλώσει τα πλοκάμια της σε ολόκληρη την πόλη. Η ληστεία, μάλιστα, έχει μια ενδιαφέρουσα ιδιομορφία: οι ληστές δεν επιθυμούν να σκοτώσουν κανέναν, αλλά απλώς να πάρουν τα χρήματα που θα τους επιτρέψουν να αλλάξουν τη ζωή τους, ενώ ο ίδιος ο Γιουλίσις θα βρεθεί προδομένος και αναγκασμένος να συνεργαστεί μαζί τους. Όταν, επιπλέον, αποκαλύπτεται πως η τράπεζα έχει μυστικούς δεσμούς με τη Γιάκουζα και πως ο διευθυντής της προτιμά να βάλει τέλος στη ζωή του παρά να λογοδοτήσει στους ανθρώπους με τους οποίους έχει συνεργαστεί, γίνεται ολοένα και πιο φανερό ότι η διαφθορά δεν αποτελεί εξαίρεση στη Νόρμαλ αλλά τον κανόνα, με την εγκληματικότητα να έχει διαποτίσει τόσο βαθιά την καθημερινότητα ώστε να επωφελείται από αυτήν σχεδόν ολόκληρη η πόλη.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα της ταινίας: ο Μπεν Γουίτλι δεν ενδιαφέρεται να παρουσιάσει τη Νόρμαλ ως ένα ρεαλιστικό πορτρέτο της αμερικανικής επαρχίας, αλλά ως μια εσκεμμένα παραμορφωμένη μικρογραφία της σύγχρονης Αμερικής, η οποία, κάτω από την επιφάνεια, λειτουργεί και ως καθρέφτης του σύγχρονου κόσμου, όπου η ευπρέπεια της πρόσοψης συνυπάρχει με τη βία, η οικογενειακή θαλπωρή με την απληστία και η κοινωνική κανονικότητα με μια σχεδόν παράλογη διάθεση αιματοχυσίας. Η κοινωνική σάτιρα είναι επιφανειακή, ασφαλώς, αλλά ακριβώς επειδή δεν προσποιείται ότι είναι κάτι περισσότερο από αυτό, λειτουργεί αποτελεσματικά. Οι κάτοικοι είναι γκροτέσκοι, σκοτεινοί, συχνά γελοίοι και ταυτόχρονα επικίνδυνοι, ενώ η εικόνα μιας μικρής πόλης που υποτίθεται πως αποτελεί ασφαλές καταφύγιο -ακόμα και για έναν αναπληρωτή σερίφη που ζητά απλώς να κάνει τη δουλειά του- αποδεικνύεται σταδιακά μια ιδιότυπη αλληγορία μιας κοινωνίας όπου σχεδόν όλοι έχουν κάτι να κερδίσουν από τη διαφθορά, μέχρι τη στιγμή που η ίδια η διαφθορά χτυπά τη δική τους πόρτα.
Ο Γιουλίσις, μέσα σε αυτή την παραμορφωμένη κοινωνία, είναι ο άνθρωπος που προσπαθεί να ξαναβρεί τον ηθικό του προσανατολισμό. Και ο Όντενκερκ είναι ιδανικός γι’ αυτόν τον ρόλο, ακριβώς επειδή δεν παίζει τον αλάνθαστο υπερήρωα. Το σώμα του βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο της δράσης, τρώει ξύλο, πυροβολεί, δέχεται χτυπήματα και συνεχίζει να προχωρά, αλλά η ερμηνεία του διατηρεί εκείνη την κουρασμένη, σχεδόν υπνωτισμένη έκφραση ενός ανθρώπου που θα προτιμούσε να βρίσκεται οπουδήποτε αλλού. Η αντίθεση ανάμεσα στην εσωτερική του εξάντληση και στο χάος που ξεσπά γύρω του είναι μία από τις βασικές πηγές του χιούμορ της ταινίας. Ο Γιουλίσις δεν είναι ο τύπος που ψάχνει καβγά. Είναι ο τύπος που θέλει να τελειώσει ο καβγάς για να επιστρέψει στη ζωή του. Μόνο που στη Νόρμαλ κανείς δεν τον αφήνει.
Δίπλα του, ο Χένρι Γουίνκλερ ως δήμαρχος Κίμπνερ προσθέτει μια απολαυστικά παράταιρη παρουσία, η Λίνα Χίντι υποδύεται τη Μόιρα, μια φιλόξενη μπάρμαν που γίνεται ένα από τα πρόσωπα στα οποία μπορεί να στηριχθεί ο Γιουλίσις, η Τζες ΜακΛίοντ είναι η Άλεξ, η πενθούσα κόρη του νεκρού σερίφη που δεν αποκλείει καθόλου το ενδεχόμενο ο πατέρας της να δολοφονήθηκε, ο Ράιαν Άλεν είναι ο αστυνομικός Μπλέιν Άντερσον, ο οποίος προσφέρει στον νέο σερίφη κάποια αναγκαία καθοδήγηση, ο Μπίλι ΜακΛίοντ υποδύεται τον αστυνομικό αναπληρωτή Μάικ Νέλσον, ο Μπρένταν Φλέτσερ είναι ο Κιθ, ο Πίτερ Σινκόντα ο Τζο και ο Ντέιβιντ Λόρενς Μπράουν ο δρ. Γουόλτερ Βίλιε. Η ταινία κατοικεί αυτή την παράξενη πόλη με μια πινακοθήκη αλλόκοτων, σκοτεινών και συχνά γελοίων χαρακτήρων, ανθρώπων που πίσω από την καθημερινή τους όψη κρύβουν απρόβλεπτες και επικίνδυνες διαθέσεις, με το γκροτέσκο να συνυπάρχει διαρκώς με το κωμικό και το απειλητικό· και είναι ακριβώς αυτή η ελεγχόμενη υπερβολή, τόσο στους χαρακτήρες όσο και στις καταστάσεις στις οποίες μπλέκονται, που προσδίδει στην ταινία τον ιδιαίτερο τόνο της.
Η δράση, πάντως, δεν αντιμετωπίζεται ως απλή παρένθεση ανάμεσα στις αποκαλύψεις. Ο Γουίτλι στήνει μεγάλες εκρήξεις βίας, με τον Όντενκερκ να υποβάλλει για ακόμη μία φορά το σώμα του σε μια σειρά από δοκιμασίες, όμως η βία παραμένει κατά κανόνα ελεγχόμενη και κινηματογραφικά λειτουργική. Υπάρχουν θεαματικές συγκρούσεις, πυροβολισμοί, εκρήξεις και αλλόκοτες δολοφονίες, ακόμη και στιγμές όπου οι ηλικιωμένοι κάτοικοι της πόλης σηκώνουν τα όπλα και αποφασίζουν να συμμετάσχουν ενεργά στο χάος, αλλά η ταινία δεν μετατρέπεται σε έναν αδιάκοπο διαγωνισμό υπερβολής. Ακόμη και όταν μια ηλικιωμένη γυναίκα με καραμπίνα μετατρέπει το περιβάλλον της σε προσωπικό πεδίο μάχης, υπάρχει εκείνη η απαραίτητη δόση μαύρου χιούμορ που μας υπενθυμίζει ότι παρακολουθούμε ένα νεο-γουέστερν το οποίο δεν έχει καμία πρόθεση να ζητήσει συγγνώμη για τις παραξενιές του.

Πληροφορίες
Το σενάριο ανήκει στον Ντέρεκ Κόλσταντ, ενώ το στόρι υπογράφουν ο ίδιος και ο Μπομπ Όντενκερκ, γεγονός που εξηγεί αρκετά από την αίσθηση συνέχειας με το «Κανένας». Μάλιστα, ο Κόλσταντ είχε ήδη έτοιμο το σενάριο πριν από τη δημιουργία του «Κανένας» το 2021 και οι δύο συνεργάτες αποφάσισαν τότε ότι θα αποτελούσε την επόμενη κοινή τους δουλειά. Η κινηματογράφηση πραγματοποιήθηκε και πάλι στο Γουίνιπεγκ του Καναδά, όπου είχαν γυριστεί τόσο το «Κανένας» όσο και το «Κανένας 2», ενώ πίσω από την παραγωγή βρίσκονται ο Κόλσταντ, ο Όντενκερκ και ο Μαρκ Προβισιέρο. Η μουσική είναι των Χάρι Γκρέγκσον-Γουίλιαμς και Ράιντερ ΜακΝέιρ, η φωτογραφία του Αρμάντο Σάλας, το μοντάζ του Τζόναθαν Έιμος, τα σκηνικά του Ζαν-Αντρέ Καριέρ και τα κοστούμια της Χέδερ Νιλ, ένα σύνολο που συμβάλλει στη δημιουργία αυτού του παγωμένου, μονόχρωμου και ελαφρώς σουρεαλιστικού κόσμου.
Η ίδια η πορεία της ταινίας έχει επίσης ενδιαφέρον, καθώς πριν ακόμη από την πρεμιέρα της στο Φεστιβάλ του Τορόντο είχαν ήδη πουληθεί τα δικαιώματα για σχεδόν κάθε σημαντική αγορά του κόσμου, με εξαίρεση τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μετά την πρεμιέρα, τα αμερικανικά δικαιώματα ανέλαβε η Magnolia Pictures, η οποία εξασφάλισε περίπου δύο χιλιάδες αίθουσες σε ολόκληρη τη χώρα, πετυχαίνοντας τη μεγαλύτερη μέχρι τότε διανομή της εταιρείας. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί: το δίδυμο Όντενκερκ–Κόλσταντ έχει πλέον αποκτήσει τη δική του ταυτότητα στο σύγχρονο action σινεμά και το κοινό γνωρίζει ότι, όταν ο πρωταγωνιστής του «Κανένας» ξανασυναντά τον άνθρωπο που έγραψε το «John Wick», κάπου στο βάθος πιθανότατα υπάρχει ένα όπλο, μια έκρηξη και κάποιος που θα το μετανιώσει πολύ.
Η μεγάλη αρετή του «Σερίφη» είναι πως δεν ντρέπεται για τις υπερβολές του. Αντιθέτως, τις χρησιμοποιεί με αυτοπεποίθηση, αφήνοντας τη λογική να κάνει πότε-πότε στην άκρη για να χωρέσουν η δράση, το μαύρο χιούμορ και οι ολοένα πιο παράλογες καταστάσεις που καταπίνουν τη μικρή πόλη. Κάποιες ιδέες θα μπορούσαν ασφαλώς να αναπτυχθούν περισσότερο και ορισμένοι χαρακτήρες να αποκτήσουν μεγαλύτερο βάθος, όμως η ταινία δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τέτοιες «πολυτέλειες»· προτιμά να προχωρά, να πυροβολεί, να σαρκάζει και να διασκεδάζει, διατηρώντας μέχρι τέλους έναν ρυθμό που δύσκολα την αφήνει να ξεφουσκώσει. Και αυτό, τελικά, είναι που την κάνει να λειτουργεί: δεν προσποιείται πως είναι κάτι άλλο από ένα παράξενο, βίαιο και απολαυστικό νεο-γουέστερν.
Μέσα σε όλο αυτό το χάος, ο Γιουλίσις δεν περιορίζεται στον ρόλο του ανθρώπου που πρέπει να επιβιώσει μέχρι το πρωί. Η νύχτα αυτή τον αναγκάζει να ξανασκεφτεί τον εαυτό του, να πάρει θέση και να προστατεύσει τους λίγους ανθρώπους που βρίσκονται πραγματικά στο πλευρό του. Η δική του μικρή Οδύσσεια είναι επομένως διπλή: πρέπει να βγει ζωντανός από μια πόλη που έχει χάσει κάθε έννοια κανονικότητας, αλλά και να ξαναβρεί κάτι από τον άνθρωπο που ήταν πριν από όσα τον έφεραν μέχρι εκεί. Ο Μπομπ Όντενκερκ το υπηρετεί θαυμάσια, κρατώντας εκείνη την κουρασμένη, σχεδόν ανέκφραστη παρουσία που κάνει ακόμη πιο αστείο το γεγονός ότι γύρω του ο κόσμος καταρρέει.
Και κάπως έτσι ο «Σερίφης» βρίσκει τη σωστή του θέση: ανάμεσα στο αστυνομικό θρίλερ, το νεο-γουέστερν και τη μαύρη κωμωδία, χωρίς να παίρνει τον εαυτό του υπερβολικά στα σοβαρά. Ο Μπεν Γουίτλι αφήνει το υλικό να κινηθεί ελεύθερα, ο Όντενκερκ αποδεικνύει πως εξακολουθεί να διαθέτει την απαραίτητη κινηματογραφική ενέργεια για έναν τέτοιο ρόλο και ο Ντέρεκ Κόλσταντ ξαναστήνει έναν κόσμο όπου η βία μπορεί να είναι ταυτόχρονα σκληρή, αστεία και παράλογη. Όσο για τη Νόρμαλ, αποδεικνύεται τελικά πως το μόνο πράγμα που δεν διαθέτει είναι ακριβώς αυτό που υπόσχεται το όνομά της: κανονικότητα. Και ο Γιουλίσις, που έφτασε αναζητώντας την… Ιθάκη του, θα πρέπει πρώτα να επιβιώσει από εκείνους που κρύβονται πίσω από την επίφαση της αρμονίας και της κανονικότητας.
Βαθμολογία: 8/10
Ειρηναίος Μαράκης,
για τη Viral Greece
