Ο Ρόμπιν Γουίλιαμς, ένας από τους σπουδαιότερους ηθοποιούς και κωμικούς της γενιάς του, έφυγε από τη ζωή σαν σήμερα, στις 11 Αυγούστου 2014, σε ηλικία 63 ετών. Με μια σπάνια ικανότητα στον αυτοσχεδιασμό, μια αστείρευτη σκηνική ενέργεια και μια ερμηνευτική γκάμα που εκτεινόταν από την ακραία κωμωδία έως το βαθύ δράμα, ο Γουίλιαμς άφησε ένα ξεχωριστό αποτύπωμα στον κινηματογράφο και στην αμερικανική ψυχαγωγία.

Γεννήθηκε στις 21 Ιουλίου 1951 στο Σικάγο του Ιλινόι. Μεγάλωσε σε μια εύπορη οικογένεια και από νεαρή ηλικία έδειξε ιδιαίτερη κλίση προς την υποκριτική και την κωμωδία. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες στο Claremont Men’s College, όμως σύντομα εγκατέλειψε τις σπουδές του για να ασχοληθεί με το θέατρο. Αργότερα φοίτησε στη σχολή Juilliard της Νέας Υόρκης, όπου άρχισε να καλλιεργεί τις υποκριτικές του δυνατότητες.

Η πραγματική του είσοδος στον χώρο της τηλεόρασης ήρθε το 1978, όταν εμφανίστηκε ως ο εξωγήινος Μορκ στη δημοφιλή σειρά «Happy Days». Ο χαρακτήρας εντυπωσίασε τόσο πολύ το κοινό, ώστε απέκτησε τη δική του σειρά, «Mork & Mindy». Η σειρά γνώρισε μεγάλη επιτυχία και μετέτρεψε τον Γουίλιαμς σε τηλεοπτικό αστέρα. Παράλληλα, οι εμφανίσεις του στο stand-up comedy αποκάλυπταν ένα ταλέντο που δύσκολα μπορούσε να περιοριστεί σε ένα μόνο μέσο.

Η κινηματογραφική του καριέρα άρχισε να αποκτά μεγαλύτερη δυναμική στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Η ερμηνεία του στην ταινία «Good Morning, Vietnam» του 1987 αποτέλεσε σημείο καμπής. Ως ραδιοφωνικός παραγωγός Άντριαν Κρόναουερ, ο Γουίλιαμς συνδύασε τον αυτοσχεδιασμό, το χιούμορ και τη δραματική ένταση, κερδίζοντας υποψηφιότητα για Όσκαρ Α΄ Ανδρικού Ρόλου.

Ακολούθησε το «Ο Κύκλος των Χαμένων Ποιητών» το 1989, μία από τις ταινίες που συνδέθηκαν περισσότερο με το όνομά του. Ως καθηγητής Τζον Κίτινγκ, ενθάρρυνε τους μαθητές του να αμφισβητήσουν τις συμβάσεις, να αναζητήσουν τη δική τους φωνή και να αντιμετωπίσουν τη ζωή με διαφορετικό βλέμμα. Η ταινία έγινε σημείο αναφοράς και η ερμηνεία του Γουίλιαμς έμεινε στη συλλογική μνήμη, ιδιαίτερα μέσα από τη σχέση του με τους μαθητές του.

Στη δεκαετία του 1990 ο Γουίλιαμς γνώρισε τεράστια εμπορική επιτυχία. Το «Hook» του Στίβεν Σπίλμπεργκ, το «Mrs. Doubtfire», το «Jumanji» και το «The Birdcage» ανέδειξαν την ικανότητά του να πρωταγωνιστεί σε μεγάλες παραγωγές χωρίς να χάνει την προσωπική του ταυτότητα. Στο «Mrs. Doubtfire», υποδυόμενος έναν πατέρα που μεταμφιέζεται σε ηλικιωμένη γυναίκα για να βρίσκεται κοντά στα παιδιά του, απέδειξε για ακόμη μία φορά την εξαιρετική του ικανότητα στη σωματική κωμωδία και στον αυτοσχεδιασμό.

Ωστόσο, πίσω από τον κωμικό ηθοποιό υπήρχε ένας ιδιαίτερα απαιτητικός δραματικός ερμηνευτής. Το απέδειξε μεταξύ άλλων στις ταινίες «Awakenings», «The Fisher King» και «One Hour Photo», όπου οι ρόλοι του είχαν πολύ πιο σκοτεινές και σύνθετες διαστάσεις.

Η κορύφωση της δραματικής του πορείας ήρθε με το «Good Will Hunting» του Γκας Βαν Σαντ, το 1997. Ως ψυχολόγος Σον Μαγκουάιρ, ο Γουίλιαμς δημιούργησε έναν χαρακτήρα συγκρατημένο, ευάλωτο και βαθιά ανθρώπινο, μακριά από την εκρηκτική περσόνα που είχε καθιερώσει στις κωμωδίες. Για την ερμηνεία του κέρδισε το Όσκαρ Β΄ Ανδρικού Ρόλου, μετά από αρκετές προηγούμενες υποψηφιότητες.

Η δεκαετία του 2000 τον βρήκε να συνεχίζει να εργάζεται ασταμάτητα, τόσο σε κωμωδίες όσο και σε δραματικές παραγωγές. Παράλληλα, επέστρεψε συχνά στο stand-up, όπου η ταχύτητα της σκέψης του και η ικανότητά του να δημιουργεί αστεία σχεδόν στιγμιαία αποτελούσαν βασικά χαρακτηριστικά των εμφανίσεών του. Συμμετείχε επίσης σε φιλανθρωπικές δράσεις και χρησιμοποιούσε τη δημοτικότητά του για την υποστήριξη διαφόρων κοινωνικών σκοπών.

Η προσωπική του ζωή, ωστόσο, είχε και δύσκολες περιόδους. Ο Γουίλιαμς είχε μιλήσει δημόσια για τον εθισμό του στο αλκοόλ και τα προβλήματα που αντιμετώπισε με τις εξαρτήσεις. Παρά τις προσπάθειές του να παραμείνει νηφάλιος, αντιμετώπισε κατά διαστήματα σοβαρές δυσκολίες.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα υγείας, τα οποία επηρέασαν σημαντικά την καθημερινότητά του. Μετά τον θάνατό του έγινε γνωστό ότι έπασχε από διάχυτη νόσο των σωμάτων Lewy, μια νευροεκφυλιστική ασθένεια που μπορεί να προκαλέσει γνωστικές, κινητικές και ψυχιατρικές διαταραχές. Η διάγνωση δεν είχε γίνει αντιληπτή πλήρως όσο βρισκόταν στη ζωή, ενώ η πάθηση θεωρήθηκε ότι είχε συμβάλει στις σοβαρές δυσκολίες που αντιμετώπιζε.

Στις 11 Αυγούστου 2014 ο Ρόμπιν Γουίλιαμς βρέθηκε νεκρός στο σπίτι του στην Καλιφόρνια. Ο θάνατός του συγκλόνισε το Χόλιγουντ και εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Η είδηση ενός ανθρώπου που είχε συνδεθεί τόσο έντονα με το γέλιο και τη χαρά προκάλεσε ιδιαίτερη συγκίνηση, ενώ πολλοί από τους συναδέλφους και τους φίλους του μίλησαν για έναν εξαιρετικά γενναιόδωρο και ευαίσθητο άνθρωπο.

Η καριέρα του Ρόμπιν Γουίλιαμς δεν περιορίστηκε σε ένα συγκεκριμένο είδος. Μπορούσε μέσα στην ίδια ταινία να προκαλέσει γέλιο, να δημιουργήσει αμηχανία, να προκαλέσει συγκίνηση και τελικά να οδηγήσει τον θεατή σε μια βαθύτερη συναισθηματική κατάσταση. Αυτό ήταν ίσως και το μεγαλύτερο χαρακτηριστικό του ως ηθοποιού: η αδυναμία να χωρέσει σε μία μόνο κατηγορία.

Από τον Μορκ και τον Τζον Κίτινγκ μέχρι τον Σον Μαγκουάιρ και τον Ντάνιελ Χίλαρντ, ο Γουίλιαμς δημιούργησε χαρακτήρες που εξακολουθούν να αναγνωρίζονται και να αγαπιούνται. Δέκα χρόνια μετά τον θάνατό του, το έργο του παραμένει ζωντανό μέσα από τις ταινίες του και, κυρίως, μέσα από την ιδιαίτερη σχέση που δημιούργησε με το κοινό.

Ο Ρόμπιν Γουίλιαμς έφυγε στα 63 του, όμως πίσω του άφησε μια κινηματογραφική παρακαταθήκη που δύσκολα χωρά σε έναν μόνο χαρακτηρισμό. Ήταν κωμικός, δραματικός ηθοποιός, αυτοσχεδιαστής και, πάνω απ’ όλα, ένας ερμηνευτής που μπορούσε να μετατρέψει το γέλιο σε συγκίνηση και τη συγκίνηση σε μια βαθύτερη ματιά πάνω στον άνθρωπο.

About The Author

Αφήστε μια απάντηση

Share via
Copy link