Δραματικές επιχειρήσεις διάσωσης μετά τον σεισμό των 7,4 βαθμών – Φόβοι ότι ο απολογισμός των θυμάτων θα αυξηθεί
Στους 224 ανέρχεται πλέον ο αριθμός των νεκρών από τον ισχυρό σεισμό των 7,4 βαθμών που έπληξε τη Δευτέρα την Κολομβία, σύμφωνα με νεότερο, ακόμη προσωρινό απολογισμό των τοπικών αρχών. Την ίδια ώρα, περισσότεροι από 2.700 άνθρωποι έχουν δηλωθεί ως αγνοούμενοι, ενώ οι αρχές εκφράζουν φόβους ότι ο τελικός απολογισμός θα είναι πολύ πιο βαρύς. Οι επιχειρήσεις έρευνας και διάσωσης βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη, με στρατιώτες, διασώστες, εθελοντές και συγγενείς αγνοουμένων να αναζητούν επιζώντες κάτω από τα συντρίμμια κατεστραμμένων κτιρίων.
Ο σεισμός έγινε ιδιαίτερα αισθητός στο Κάλι, το Κιμπντό, την Περέιρα και πολλές ακόμη πόλεις και κοινότητες της δυτικής Κολομβίας. Περίπου 1.600 κτίρια υπέστησαν ζημιές ή κατέρρευσαν, ενώ σε αρκετές περιοχές οι διασώστες απομακρύνουν με τα χέρια μεγάλα κομμάτια σκυροδέματος, σχηματίζοντας ανθρώπινες αλυσίδες για τη μεταφορά των συντριμμιών. Οικογένειες δημοσιεύουν στοιχεία αγνοουμένων σε ιστοσελίδες που δημιουργήθηκαν από πολίτες, την ώρα που οι δυσκολίες στις επικοινωνίες περιπλέκουν την προσπάθεια εντοπισμού τους.
Ιδιαίτερα σοβαρή είναι η κατάσταση στο Ελ Κάιρο, όπου οι τοπικές αρχές αναφέρουν ότι έχει υποστεί ζημιές περίπου το 80% της πόλης, που αριθμεί περίπου 7.000 κατοίκους. Στην Περέιρα, 16 άνθρωποι απεγκλωβίστηκαν από τελεφερίκ, όπου είχαν παραμείνει παγιδευμένοι για περίπου έξι ώρες. Μεταξύ των αγνοουμένων είναι και ο 60χρονος αγρότης Μιγκέλ Άνχελ Σαμόρα, ο οποίος ζούσε σε αγροτική περιοχή κοντά στο επίκεντρο του σεισμού. Οι συγγενείς του εξακολουθούν να περιμένουν οποιαδήποτε πληροφορία για την τύχη του.
Βαρύ το πλήγμα στο Κάλι και το Τσοκό
Στο Κάλι, τουλάχιστον 85 άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους, σύμφωνα με τον δήμαρχο της πόλης, Αλεχάντρο Έντερ, ενώ σε προηγούμενη ενημέρωση είχε γίνει γνωστό ότι 188 άνθρωποι εξακολουθούν να αγνοούνται και 37 έχουν διασωθεί. Περίπου 40 κτίρια έχουν καταρρεύσει, μεταξύ αυτών και τμήματα νοσοκομείου, όπου ασθενείς εγκλωβίστηκαν κάτω από τα ερείπια, ακόμη και στο παιδιατρικό τμήμα. Περίπου 600 στρατιώτες έχουν αναπτυχθεί στην περιοχή για να συνδράμουν στις επιχειρήσεις διάσωσης, ενώ αναμένονται ενισχύσεις. Οι αρχές επέβαλαν επίσης απαγόρευση κυκλοφορίας κατά τη διάρκεια της νύχτας, ώστε να διευκολυνθούν οι επιχειρήσεις και να προστατευθούν οι κάτοικοι.
Ιδιαίτερα δύσκολη παραμένει η κατάσταση στο Τσοκό, την περιοχή γύρω από το επίκεντρο του σεισμού και μία από τις φτωχότερες και περισσότερο παραμελημένες περιοχές της Κολομβίας. Σε πολλές κοινότητες η πρόσβαση είναι δυνατή μόνο με σκάφος, μέσω της ζούγκλας ή αεροπορικώς, με αποτέλεσμα οι πληροφορίες για την έκταση των ζημιών να παραμένουν περιορισμένες. Ο πρόεδρος Αμπελάρδο ντε λα Εσπριέγια μετέβη στην πρωτεύουσα της περιοχής, Κιμπντό, και ανακοίνωσε την κινητοποίηση του στρατιωτικού και αστυνομικού μηχανισμού, με μηχανικούς, διασώστες και ειδικά εκπαιδευμένους σκύλους. Παράλληλα, ανακοίνωσε επιδότηση ενοικίου για όσους έχουν χάσει τα σπίτια τους ή οι κατοικίες τους έχουν υποστεί σοβαρές ζημιές, δηλώνοντας: «Το Τσοκό δεν θα είναι ποτέ ξανά η “γη των ξεχασμένων”».
Ο σεισμός αποτελεί την πρώτη μεγάλη δοκιμασία για τον ντε λα Εσπριέγια, ο οποίος ανέλαβε τα καθήκοντά του την Παρασκευή, ενώ η καταστροφή πλήττει μια περιοχή που αντιμετωπίζει εδώ και χρόνια σοβαρά κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα και συγκρούσεις μεταξύ ένοπλων οργανώσεων. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ανακοίνωσαν ότι θα διαθέσουν 15,5 εκατομμύρια δολάρια για έκτακτη στέγαση, τρόφιμα και ανθρωπιστική βοήθεια, ενώ κυβερνήσεις από ολόκληρη τη Λατινική Αμερική έχουν εκφράσει την πρόθεσή τους να συνδράμουν.
Ο σεισμός έπληξε τον λεγόμενο «άξονα του καφέ» της Κολομβίας, μια ορεινή και ιδιαίτερα σεισμογενή περιοχή με μεγάλη οικονομική και πολιτιστική σημασία, η οποία είχε πληγεί και από τον καταστροφικό σεισμό του 1999, όταν έχασαν τη ζωή τους σχεδόν 1.200 άνθρωποι. Οι επιχειρήσεις διάσωσης συνεχίζονται, με τις αρχές να προειδοποιούν ότι ο αριθμός των θυμάτων και η έκταση των καταστροφών ενδέχεται να αυξηθούν σημαντικά, καθώς συνεργεία εξακολουθούν να επιχειρούν σε περιοχές όπου υπάρχουν εγκλωβισμένοι και οι επικοινωνίες παραμένουν δύσκολες.
(Φωτο: EPA/Juan Augusto Cardona)
