Σε θετικές από σταθερές αναβάθμισε η Morningstar DBRS τις προοπτικές της ελληνικής πιστοληπτικής αξιολόγησης, διατηρώντας αμετάβλητη τη μακροπρόθεσμη βαθμίδα στο BBB. Παράλληλα, επιβεβαίωσε τη βραχυπρόθεσμη αξιολόγηση στο R-2 (high), μεταβάλλοντας και εκεί τις προοπτικές σε θετικές.
Η απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2026 δεν αποτελεί αναβάθμιση της ίδιας της πιστοληπτικής βαθμίδας. Δηλώνει, όμως, ότι ο οίκος θεωρεί πιθανότερη μια μελλοντική θετική κίνηση, εφόσον συνεχιστεί η αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους και διατηρηθούν οι ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις.
Κεντρικό ρόλο στην απόφαση είχε η πορεία του χρέους. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η DBRS, το ακαθάριστο χρέος της γενικής κυβέρνησης βρισκόταν στο 143,5% του ΑΕΠ τον Μάρτιο του 2026, από 152,9% έναν χρόνο νωρίτερα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει υποχώρησή του στο 140,7% στο τέλος του 2026 και στο 134,4% το 2027.
Η DBRS αποδίδει τη μείωση στην οικονομική ανάπτυξη, στα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και στις πρόωρες αποπληρωμές κρατικού χρέους. Η Κομισιόν προβλέπει πρωτογενές πλεόνασμα 4% του ΑΕΠ για το 2026 και 3,7% για το 2027, μετά το 4,9% του 2025. Οι σχετικές εκτιμήσεις παρουσιάζονται στην αναλυτική κάλυψη της απόφασης της Morningstar DBRS.
Για τους επενδυτές, οι θετικές προοπτικές αποτελούν ένδειξη περιορισμού του πιστωτικού κινδύνου, όχι εγγύηση καλύτερων αποδόσεων. Μια μελλοντική αναβάθμιση θα μπορούσε να διευρύνει τη ζήτηση για ελληνικούς τίτλους και να συγκρατήσει το κόστος νέου δανεισμού. Οι αποδόσεις των ομολόγων, ωστόσο, επηρεάζονται ταυτόχρονα από τα επιτόκια της ΕΚΤ, τον πληθωρισμό, τις γεωπολιτικές εξελίξεις και τη γενικότερη διάθεση των αγορών για ανάληψη κινδύνου.
Η αλλαγή των προοπτικών δεν μειώνει αυτόματα το συνολικό κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους. Μεγάλο μέρος του ελληνικού χρέους έχει μακρά διάρκεια, σταθερά επιτόκια και βρίσκεται στα χέρια θεσμικών πιστωτών. Ενδεχόμενες ευνοϊκότερες αποδόσεις επηρεάζουν κυρίως τις νέες εκδόσεις και τις αναχρηματοδοτήσεις.
Για τις επιχειρήσεις, μια ισχυρότερη κρατική πιστοληπτική εικόνα μπορεί μεσοπρόθεσμα να βοηθήσει τις τράπεζες και τις μεγάλες εταιρείες να αντλούν κεφάλαια με καλύτερους όρους. Δεν συνεπάγεται, όμως, αυτόματη μείωση των επιτοκίων για κάθε επιχειρηματικό δάνειο. Το τελικό κόστος εξαρτάται από τα οικονομικά στοιχεία της επιχείρησης, τις εξασφαλίσεις, τη διάρκεια και την πολιτική της τράπεζας.
Ακόμη μικρότερη είναι η άμεση επίδραση στα νοικοκυριά. Τα επιτόκια στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων καθορίζονται κυρίως από τα επιτόκια αναφοράς, το τραπεζικό κόστος και το πιστωτικό προφίλ του δανειολήπτη. Η θετική απόφαση της DBRS δεν αποτελεί από μόνη της λόγο για νέα δανειοδότηση ή αναχρηματοδότηση.
Παρά τη βελτίωση, ο οίκος εξακολουθεί να καταγράφει αδυναμίες: το δημόσιο χρέος παραμένει το υψηλότερο στην Ευρωζώνη, η παραγωγικότητα είναι σχετικά χαμηλή και η οικονομία παραμένει ευάλωτη σε εξωτερικές και ενεργειακές διαταραχές. Επιβαρυντικοί παράγοντες είναι επίσης το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και οι καθυστερήσεις σε τομείς όπως η απονομή δικαιοσύνης.
Η επόμενη αναβάθμιση δεν είναι προεξοφλημένη. Θα εξαρτηθεί από τη συνέχιση της πτωτικής πορείας του χρέους, τη διατήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας και την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων που αυξάνουν τις παραγωγικές επενδύσεις.
Επενδυτές, επιχειρήσεις και νοικοκυριά πρέπει να εξετάζουν τις πραγματικές αποδόσεις και προσφορές χρηματοδότησης και όχι μόνο τον τίτλο της αξιολόγησης. Μια αλλαγή στο outlook είναι θετικό σήμα για την οικονομία, αλλά δεν υποκαθιστά την αξιολόγηση διάρκειας, επιτοκίου, εξόδων και προσωπικού κινδύνου πριν από οποιαδήποτε οικονομική απόφαση.

