Μια ειλικρινής, καλοφτιαγμένη επιστροφή στην οικογενειακή περιπέτεια, που συνδυάζει τους δεινοσαύρους, την επιστημονική φαντασία και την οικογενειακή κρίση χωρίς ίχνος ειρωνικής απόστασης.
Υπάρχουν ταινίες που προσπαθούν διαρκώς να μας πείσουν ότι είναι κάτι περισσότερο από αυτό που πραγματικά είναι και υπάρχουν και εκείνες που γνωρίζουν πολύ καλά τι θέλουν να είναι και το υπηρετούν μέχρι τέλους. «Το τέλος της οδού Όουκ» του Ντέιβιντ Ρόμπερτ Μίτσελ ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Είναι μια μεγάλη, παράξενη, διασκεδαστική και ενίοτε πραγματικά αγωνιώδης περιπέτεια επιστημονικής φαντασίας, ένα οικογενειακό δράμα που συναντά την ταινία επιβίωσης και το κινηματογραφικό θέαμα με τους δεινόσαυρους, χωρίς να ντρέπεται ούτε στιγμή για την αφετηρία και τις καταβολές του. Και αυτό είναι ίσως το πρώτο πράγμα που πρέπει να αναγνωρίσει κανείς στην ταινία. Δεν υπάρχει εδώ εκείνο το διαρκές ειρωνικό κλείσιμο του ματιού προς τον θεατή, η ανάγκη να σχολιαστεί μέσα στην ίδια την ταινία πόσο παράλογη είναι η ιδέα ή πόσο υπερβολικό είναι αυτό που παρακολουθούμε. Ο Μίτσελ παίρνει στα σοβαρά την οικογένεια, τον φόβο και τον αγώνα για επιβίωση, παίρνει όμως στα σοβαρά και τους δεινόσαυρους, όσο παράδοξο κι αν ακούγεται αυτό. Χάρη σε αυτό, καταφέρνει να παραδώσει μια ταινία που λειτουργεί πολύ καλύτερα όταν αφήνεσαι στους δικούς της όρους, παρά όταν προσπαθείς να την πιέσεις να γίνει κάτι άλλο.

Η ιστορία ξεκινά σε ένα αμερικανικό προάστιο του 1982, σε έναν κόσμο που αρχικά μοιάζει απολύτως καθημερινός, σχεδόν υπερβολικά οικείος. Η Ντενίζ και ο Γκρεγκ Πλατ περνούν μια σοβαρή συζυγική κρίση, την ώρα που τα παιδιά τους, στην πιο δύσκολη ηλικία, αρχίζουν να αντιλαμβάνονται ότι οι γονείς τους δεν είναι αλάνθαστοι. Πίσω από τη βιτρίνα της οικογενειακής κανονικότητας κρύβονται οικονομικά προβλήματα, ψέματα, απογοητεύσεις και ένας γάμος που καταρρέει. Και τότε, η πραγματικότητα παύει ξαφνικά να υπακούει στους δικούς της κανόνες. Ένα παράξενο προϊστορικό φυτό εμφανίζεται στη γειτονιά, η φύση αρχίζει να συμπεριφέρεται αλλόκοτα, το φως αλλάζει, η ατμόσφαιρα βαραίνει και μέσα σε λίγες στιγμές ολόκληρη η οδός Όουκ μεταφέρεται σε έναν κόσμο όπου η ανθρώπινη ζωή δεν βρίσκεται πλέον στην κορυφή της τροφικής αλυσίδας. Η ιδέα είναι τόσο απλή όσο και αποτελεσματική: μια συνηθισμένη οικογένεια, σε μια συνηθισμένη γειτονιά, βρίσκεται ξαφνικά περικυκλωμένη από αρπακτικά, τεράστια ερπετά και άγνωστους φυσικούς νόμους. Το ενδιαφέρον, όμως, δεν εστιάζει μόνο στο τι συνέβη, αλλά κυρίως στο τι αποκαλύπτεται για τους ανθρώπους όταν όλα όσα θεωρούσαν δεδομένα γκρεμίζονται.

Επιστροφή σε ένα διαφορετικό σινεμά
Αυτό είναι και το πρώτο από τα βασικά στοιχεία της ταινίας. Οι δεινόσαυροι δεν αποτελούν απλώς το εντυπωσιακό περιτύλιγμα μιας ιστορίας που θα μπορούσε να διαδραματίζεται οπουδήποτε· η απειλή τους αναγκάζει την οικογένεια να αντικρίσει την αλήθεια. Η Ντενίζ βρίσκεται αντιμέτωπη με μια ζωή που είχε ήδη αρχίσει να αποσυντίθεται πριν εμφανιστούν τα προϊστορικά τέρατα, την ώρα που ο Γκρεγκ προσπαθεί να κρύψει την απώλεια της δουλειάς του και την αδυναμία του να ανταποκριθεί στις προσδοκίες που ο ίδιος καλλιέργησε. Η επιβίωση, επομένως, δεν είναι μόνο ζήτημα φυγής από έναν αλλόσαυρο, αλλά και αντιμετώπισης όσων απέφευγαν τόσο καιρό μεταξύ τους. Η ταινία δεν επιμένει σε αυτό με τρόπο βαρύ ή διδακτικό, ούτε μετατρέπει την οικογενειακή κρίση σε μια δήθεν βαθυστόχαστη αλληγορία· την αφήνει απλώς να υπάρχει μέσα στην περιπέτεια. Η σχέση των γονιών, η αγωνία των παιδιών, το ένστικτο της προστασίας και η ανάγκη να μείνουν μαζί αποκτούν βάρος ακριβώς επειδή εκτυλίσσονται με φόντο την απειλή ενός ολόκληρου προϊστορικού κόσμου. Στην κατεύθυνση αυτή, η συμβολή της Αν Χάθαγουεϊ και του Γιούαν ΜακΓκρέγκορ αποδεικνύεται καθοριστική, καθώς αποφεύγουν τις ευκολίες των μονοδιάστατων ρόλων. Συγκεκριμένα, η Ντενίζ δεν παρουσιάζεται ως μια αλάνθαστη ηρωίδα που ξέρει ανά πάσα στιγμή πώς να δράσει, ούτε ο Γκρεγκ μετατρέπεται στον ιδανικό πατέρα που θα φέρει τη σωτηρία μέσα από μια θεαματική πράξη αυτοθυσίας. Αντίθετα, όντας άνθρωποι με τις δικές τους αδυναμίες, φόβους και εσωτερικές αντιφάσεις, έρχονται ξαφνικά αντιμέτωποι με μια απειλή που ξεπερνά κατά πολύ τις δυνάμεις τους, με τη Χάθαγουεϊ ειδικά να επιτυγχάνει κάτι εξαιρετικά δύσκολο: να κρατήσει την ταινία συναισθηματικά γειωμένη γύρω από την κεντρική ηρωίδα, χωρίς ποτέ να την εξιδανικεύσει. Σε τελική ανάλυση, η οικογένεια αυτή κερδίζει το ενδιαφέρον του θεατή όχι επειδή διέπεται από κάποια τελειότητα, αλλά ακριβώς λόγω των ατελειών της, με αποτέλεσμα, ακόμα και όταν η πλοκή αγγίζει τις πιο σκληρές και οριακές στιγμές της, οι μεταξύ τους σχέσεις να αποκτούν τελικά πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα από το ίδιο το ψηφιακό θέαμα.

Ταυτόχρονα, “Το τέλος της οδού Όουκ” εμφανίζεται βαθιά επηρεασμένο από το αμερικανικό οικογενειακό σινεμά περιπέτειας της δεκαετίας του 1980, καθώς στοιχεία όπως τα παιδιά που αντιλαμβάνονται την αλήθεια πριν από τους μεγάλους, η δοκιμασία των οικογενειακών δεσμών, αλλά και η διάχυτη αίσθηση ότι πίσω από το συνηθισμένο και το καθημερινό ελλοχεύει κάτι τεράστιο, τρομακτικό και άγνωστο στην ουσία του, παραπέμπουν ευθέως σε μια εποχή κατά την οποία το λαϊκό θέαμα δεν θεωρούσε υποχρεωτικό να αυτοσαρκάζεται για να δικαιολογήσει την ύπαρξή του. Η ταινία αγαπά εμφανώς αυτή την παράδοση, την οποία όχι μόνο δεν επιχειρεί να κρύψει, αλλά αναδεικνύει μέσα από στιγμές που ανακαλούν έντονα το σινεμά του Στίβεν Σπίλμπεργκ. Το ζήτημα, ωστόσο, δεν είναι αν ο Μίτσελ αντιγράφει κάποια συγκεκριμένη ταινία, αλλά ο τρόπος με τον οποίο οικειοποιείται την εκπληκτική γλώσσα και κινηματογραφική γραφή εκείνης της περιόδου για να κατασκευάσει τη δική του περιπέτεια. Έτσι, η κίνηση της κάμερας, η σκηνοθετική διαχείριση των χώρων, η σταδιακή αποκάλυψη των πλασμάτων, καθώς και η χρήση του φωτός και της σύνθεσης του κάδρου, συνεργάζονται προκειμένου να δημιουργήσουν μια υποβλητική ένταση, η οποία δεν έχει ανάγκη από ασταμάτητους επεξηγηματικούς διαλόγους για να λειτουργήσει.

Παρεξήγηση
Κάπου εδώ βρίσκεται και ένα από τα στοιχεία που έχουν παρεξηγηθεί περισσότερο κατά την υποδοχή της ταινίας, καθώς το γεγονός ότι η ιστορία δεν εξηγεί μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας την προέλευση των φαινομένων ή τους κανόνες αυτού του παράξενου νέου κόσμου, δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση σεναριακό κενό. Αντίθετα, η ταινία εστιάζει πρωτίστως στο άμεσο βίωμα της οικογένειας που βρίσκεται εγκλωβισμένη σε αυτή την κατάσταση, παρά στη δημιουργία ενός εξαντλητικού επιστημονικού εγχειριδίου, με το μυστήριο και τη δράση να αποτελούν οργανικά κομμάτια της αφήγησης. Όπως εξάλλου συμβαίνει σε αρκετές από τις καλύτερες ιστορίες επιστημονικής φαντασίας και τρόμου, δεν είναι απαραίτητο κάθε άγνωστο στοιχείο να μετατρέπεται σε επιστημονική διάλεξη καθώς, καλώς ή κακώς, η πίεση που ασκείται στα όρια μιας εμμονικής και συχνά κακοπροαίρετης διάθεσης, μαζί με τη θεωρητική ανάγκη να δοθεί μια οριστική απάντηση για κάθε απορία, κινδυνεύει τελικά να αποδυναμώσει την ίδια την αίσθηση του ανέγγιχτου που κάνει την περιπέτεια συναρπαστική. Εδώ, το άγνωστο διατηρεί τη γοητεία του για όσο χρειάζεται, την ώρα που η αφήγηση προχωρά με γνώμονα αυτό που πραγματικά απασχολεί το έργο: το πώς δηλαδή θα βγουν αυτοί οι άνθρωποι ζωντανοί και τι θα έχει απομείνει από τους οικογενειακούς τους δεσμούς όταν πια όλα τελειώσουν.
Οι δεινόσαυροι, από την άλλη πλευρά, επιστρατεύονται με μια αξιοσημείωτη αίσθηση του μέτρου, καθώς η σκηνοθεσία επιλέγει συνειδητά να καθυστερεί την αποκάλυψή τους προκειμένου να χτίσει την απαραίτητη προσμονή, επιτρέποντας στον θεατή να διαισθανθεί την παρουσία του πλάσματος προτού καν το αντικρίσει. Μακριά από τη λογική ενός στείρου ψηφιακού εντυπωσιασμού, η απειλή άλλοτε υποδηλώνεται στο βάθος του κάδρου, άλλοτε καθοδηγείται μέσα από το έντρομο βλέμμα των ίδιων των χαρακτήρων και άλλοτε ξεσπά με μια απότομη, οργανική βιαιότητα. Προικισμένα με χειροπιαστό βάρος και όγκο, τα πλάσματα αυτά εντάσσονται σε ένα περιβάλλον όπου η φωτογραφία και τα οπτικά εφέ υποτάσσονται πλήρως στο σκηνοθετικό όραμα αντί να λειτουργούν ως αυτοσκοπός, με τον Μίτσελ να εκμεταλλεύεται υποδειγματικά τις γεωμετρίες και την ένταση του χώρου για να γεννήσει γνήσιο φόβο. Αυτό αποτελεί ένα γεγονός που εξηγεί γιατί ακόμα και οι πιο επιφυλακτικές κριτικές αναγνωρίζουν τη δυναμική της δράσης σε μια ταινία που, όταν αφήνεται ελεύθερη στους δικούς της όρους, λειτουργεί υποδειγματικά.

Υπάρχει, βέβαια, μια ολόκληρη συζήτηση γύρω από το αν η ταινία είναι αρκετά «σοβαρή», αρκετά «πρωτότυπη» ή αρκετά διαφορετική από τις επιρροές της. Νομίζω πως αυτή η συζήτηση χάνει σε μεγάλο βαθμό το ουσιαστικό της σημείο: Το σινεμά δεν χρειάζεται κάθε φορά να αποδεικνύει ότι ξεπέρασε τις προηγούμενες ταινίες του είδους. Μια ταινία μπορεί να αντλεί από το παρελθόν, να χρησιμοποιεί γνώριμα υλικά και ταυτόχρονα να τα συνδυάζει με τρόπο αποτελεσματικό. Σε μια εποχή όπου ακόμη και οι πιο ακριβές παραγωγές αισθάνονται συχνά την ανάγκη να αποστασιοποιηθούν ειρωνικά από το ίδιο τους το θέαμα, “Το τέλος της οδού Όουκ” επιλέγει τον αντίθετο δρόμο, προτείνοντας μια ταινία που απλώς αφηγείται την ιστορία της και προσκαλεί τον θεατή να βυθιστεί μέσα της. Αυτή η έκδηλη αγάπη για τις κλασικές οικογενειακές περιπέτειες και η βαθιά ειλικρίνεια με την οποία προσεγγίζεται το υλικό αποτελούν τελικά ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα του έργου, το οποίο, μακριά από κάθε διάθεση κινηματογραφικής αυταρέσκειας, δεν ενδιαφέρεται να αποδείξει ότι είναι πιο έξυπνο από τους προκατόχους του, αλλά να υπηρετήσει με συνέπεια το είδος του.
Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι αψεγάδιαστη. Υπάρχουν σημεία όπου οι αποφάσεις των χαρακτήρων μπορεί να φαίνονται βιαστικές, ορισμένες εξελίξεις θα μπορούσαν να είχαν δουλευτεί περισσότερο και το τέλος αφήνει αρκετά ερωτήματα ανοιχτά. Η επιστροφή στον χρόνο, η προσπάθεια προειδοποίησης των κατοίκων και η τελική εξέλιξη της ιστορίας δεν θα ικανοποιήσουν όσους απαιτούν από την επιστημονική φαντασία απόλυτη λογική συνέπεια σε κάθε επίπεδο. Υπάρχουν επίσης στιγμές όπου η ταινία κινείται συνειδητά στα όρια του παράλογου και του υπερβολικού. Αλλά ακριβώς εδώ πρέπει να αποφασίσει κανείς αν θα αντιμετωπίσει αυτές τις επιλογές ως αποτυχίες ή ως τμήμα της ταυτότητας της ταινίας. Για μένα, η δεύτερη ανάγνωση είναι πολύ πιο πειστική καθώς η ταινία δεν προσπαθεί να γίνει υπόδειγμα επιστημονικής αυστηρότητας αλλά προσπαθεί να γίνει μια καλή κινηματογραφική περιπέτεια και, στο μεγαλύτερο μέρος της, το πετυχαίνει.

Σε τελική ανάλυση, το σημαντικότερο πλεονέκτημα για “Το τέλος της οδού Όουκ” εντοπίζεται σε κάτι που τείνει να εκλείψει από τις σύγχρονες μεγάλες παραγωγές: μια αυθεντική χαρά για το ίδιο το σινεμά, καθώς εκπέμπει την αίσθηση ενός έργου φτιαγμένου για να καθηλώσει τον θεατή που περιμένει με κομμένη την ανάσα την επόμενη εμφάνιση του προϊστορικού θηρευτή. Χωρίς να είναι απαραίτητο να συμφωνήσει κανείς με κάθε σεναριακή επιλογή ή να θεωρήσει ότι όλες οι σκηνές βρίσκονται στο ίδιο ακριβώς επίπεδο, αρκεί απλώς να αποδεχτεί αυτή την ανοιχτή πρόσκληση, προκειμένου να ανακαλύψει μια δημιουργία πολύ πιο ζωντανή, καλοδουλεμένη και συναισθηματικά συγκροτημένη από όσο αφήνουν να εννοηθεί ορισμένες υπερβολικά αφοριστικές αντιδράσεις. Η διαχείριση της οικογενειακής κρίσης, η νοσταλγική αναφορά σε ένα συγκεκριμένο είδος αμερικανικού σινεμά, οι πινελιές του τρόμου και η καθαρή απόλαυση του θεάματος με τους δεινοσαύρους δεν αλληλοαναιρούνται, αλλά αποτελούν τους τέσσερις βασικούς πυλώνες που στηρίζουν το φιλμ και του χαρίζουν τη δική του, ξεχωριστή ταυτότητα.
Για όλους αυτούς τους λόγους, το “Το τέλος της οδού Όουκ” αναδεικνύεται σε μια εξαιρετική περιπέτεια επιστημονικής φαντασίας. Με λίγα λόγια και καλά,. Πρόκειται για ένα έργο ειλικρινές στις προθέσεις του και καλοσκηνοθετημένο, που ξεχωρίζει για τις δυνατές ερμηνείες, τις στιγμές αυθεντικής έντασης και τη γνήσια αγάπη του για το αμερικανικό σινεμά των δεκαετιών του ’80 και του ’90. Σε τελική ανάλυση, είναι ακριβώς αυτή η παντελής έλλειψη αμηχανίας απέναντι στην ίδια του τη φύση που αποτελεί σήμερα τη μεγαλύτερη αρετή του, χαρίζοντας στην ταινία ένα απόλυτα θετικό πρόσημο και τη δική της, αυτόνομη θέση στις αίθουσες.
Βαθμολογία: 8/10
Ειρηναίος Μαράκης, για τη Viral Greece

