Ο ηθοποιός μιλά για την εμπορική αποτυχία της ταινίας του Αλεχάντρο Γκονσάλες Ινιάριτου με πρωταγωνιστή τον Τομ Κρουζ, υποστηρίζοντας ότι η αρνητική προαναγγελία της αποθάρρυνε το κοινό πριν από την πρεμιέρα της.
Ο Τζον Γκούντμαν τοποθετήθηκε δημόσια για την απογοητευτική πορεία της ταινίας «Digger», τόσο σε επίπεδο κριτικών όσο και εισπράξεων, εκτιμώντας ότι η αρνητική δημοσιότητα που προηγήθηκε της κυκλοφορίας της περιόρισε σημαντικά τις πιθανότητες εμπορικής επιτυχίας. Μιλώντας στο podcast «Happy Sad Confused», ο ηθοποιός υποστήριξε ότι τα δημοσιεύματα και οι προβλέψεις για την αποτυχία της ταινίας ουσιαστικά την υπονόμευσαν προτού καν φτάσει στις κινηματογραφικές αίθουσες.
«Ο κόσμος μιλούσε. Αυτό μας έβλαψε. Κατά κάποιον τρόπο, μας σκότωσε πριν ακόμη ανοίξουμε. Οι τίτλοι έγραφαν πράγματα όπως “Αυτή η ταινία θα κάνει μόλις 5 εκατομμύρια”. Ήταν ένας καλός λόγος για να την αποφύγει κανείς», ανέφερε χαρακτηριστικά. Παρά την απογοητευτική υποδοχή, ο Γκούντμαν δήλωσε περήφανος για τη συμμετοχή του, χαρακτηρίζοντας την εμπειρία ευχάριστη και τονίζοντας ότι πρόκειται για μια φιλόδοξη κινηματογραφική δημιουργία που θα εξακολουθήσει να απασχολεί το κοινό για πολλά χρόνια.
Ο ίδιος παραδέχτηκε, πάντως, ότι εξακολουθεί να επηρεάζεται από την κριτική και την αντίδραση των θεατών, παρά τη μακρόχρονη επαγγελματική του διαδρομή. «Δυστυχώς, πρέπει να πω ότι με ενδιαφέρει ακόμη. Παλαιότερα με επηρέαζε λιγότερο. Ίσως μεγαλώνω και γίνομαι πιο ευάλωτος, σαν να λέω “μη με χτυπάτε άλλο”. Έβαλα πολλά από τον εαυτό μου σε αυτή την ταινία. Τώρα το έχω ξεπεράσει. Είμαι περήφανος που συμμετείχα», σημείωσε.
Ωστόσο, ο ηθοποιός υπενθύμισε ότι αρκετές από τις ταινίες στις οποίες συνεργάστηκε με τους αδελφούς Κοέν δεν γνώρισαν αρχικά εμπορική επιτυχία, χωρίς αυτό να εμποδίσει τη μετέπειτα αναγνώρισή τους. Ως χαρακτηριστικά παραδείγματα ανέφερε το «Barton Fink» και το «The Big Lebowski», για τις οποίες εξακολουθεί να δέχεται σχόλια και ερωτήσεις από θεατές στον δρόμο.

Μια από τις ακριβότερες εμπορικές αποτυχίες του Χόλιγουντ
Στο «Digger», σε σκηνοθεσία του Αλεχάντρο Γκονσάλες Ινιάριτου, ο Τζον Γκούντμαν συμπρωταγωνιστεί με τον Τομ Κρουζ, ο οποίος υποδύεται έναν μεγιστάνα της πετρελαϊκής βιομηχανίας. Η ιστορία ξεκινά όταν μια βλάβη σε μία από τις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις του στην Ανταρκτική προκαλεί μια αλυσιδωτή καταστροφή, με τους πάγους να μετακινούνται απειλητικά προς την Ευρώπη και τον κόσμο να βρίσκεται αντιμέτωπος με το ενδεχόμενο του τέλους του. Ο Γκούντμαν υποδύεται τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών.
Με κόστος παραγωγής που ξεπέρασε τα 160 εκατομμύρια δολάρια, η ταινία συγκέντρωσε μόλις 15 εκατομμύρια δολάρια στο εγχώριο άνοιγμά της στις ΗΠΑ, ενώ έναν μήνα μετά την κυκλοφορία της δεν είχε καταφέρει να ξεπεράσει τα 50 εκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, θα χρειαζόταν περίπου 350 εκατομμύρια δολάρια σε συνολικές εισπράξεις για να καλύψει το κόστος της και να φτάσει στο σημείο ισοσκελισμού. Η Warner Bros. αναμένεται να υποστεί απώλειες που υπολογίζονται κοντά στα 250 εκατομμύρια δολάρια, καθιστώντας την παραγωγή μία από τις μεγαλύτερες εμπορικές αποτυχίες στην ιστορία των κινηματογραφικών στούντιο του Χόλιγουντ.
Η υποδοχή της ταινίας από τους κριτικούς υπήρξε επίσης διχασμένη, με τη βαθμολογία της στο Rotten Tomatoes να διαμορφώνεται στο 53%. Παρά τα αρνητικά αποτελέσματα, αρκετές γνωστές προσωπικότητες του κινηματογράφου και της μουσικής υπερασπίστηκαν δημόσια την ταινία και τον Τομ Κρουζ. Ο Νιλ Γιανγκ έγραψε στην προσωπική του ιστοσελίδα ότι πρόκειται για την καλύτερη ταινία που έχει δει ποτέ, ενώ ο Μάντι Πατίνκιν τη χαρακτήρισε «άμεσο κλασικό έργο» και ένα από τα σπουδαιότερα κινηματογραφικά δημιουργήματα που έχει παρακολουθήσει. Θετικά σχόλια διατύπωσαν επίσης η Αν Χάθαγουεϊ, η Τζέιν Φόντα και ο Μπεν Άφλεκ.
Ο τελευταίος, μάλιστα, επέκρινε τη δημόσια απαξίωση της ταινίας, επισημαίνοντας ότι η εμμονή στις οικονομικές απώλειες μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά για κάθε δημιουργική προσπάθεια που επιχειρεί να ξεφύγει από τις ασφαλείς και δοκιμασμένες συνταγές της κινηματογραφικής βιομηχανίας. «Αν τιμωρείς τις ταινίες που παίρνουν ρίσκα, μάντεψε τι θα πάρεις στη συνέχεια; Μια σειρά από άχρωμες, ομογενοποιημένες ταινίες. Δεν μπορείς να δημιουργήσεις κάτι ενδιαφέρον χωρίς να αναλάβεις ένα μεγάλο ρίσκο. Και αυτό σημαίνει ότι κάποιες φορές μπορεί να εκτεθείς», ανέφερε σε δική του συνέντευξη στο ίδιο podcast.
Η συζήτηση γύρω από το «Digger» αναδεικνύει, πέρα από την ίδια την εμπορική αποτυχία του, ένα ευρύτερο ζήτημα για τη σύγχρονη κινηματογραφική βιομηχανία: τη σχέση ανάμεσα στην καλλιτεχνική φιλοδοξία, την κριτική υποδοχή, την προώθηση και την κυριαρχία των εισπρακτικών προσδοκιών. Το αν μια ταινία θα αντέξει στον χρόνο είναι ένα διαφορετικό ερώτημα από το αν θα αποδειχθεί κερδοφόρα στις πρώτες εβδομάδες προβολής της. Και ο Γκούντμαν, επικαλούμενος την εμπειρία του από τις συνεργασίες του με τους αδελφούς Κοέν, φαίνεται να γνωρίζει καλά αυτή τη διαφορά.
(Με στοιχεία από το Variety και το Youtube κανάλι του Josh Horowitz)






























