Η νέα ρύθμιση που αφορά στελέχη του ΔΕΔΔΗΕ και την αυτόφωρη διαδικασία σε υποθέσεις εμπρησμού έχει προκαλέσει ερωτήματα σχετικά με το εύρος και τις συνέπειές της.
Με βάση το περιεχόμενο της ρύθμισης, αλλά και τη συνοδευτική έκθεση συνεπειών, δεν προβλέπεται κατάργηση της ποινικής ευθύνης για όσους ενδέχεται να εμπλέκονται σε σχετικές υποθέσεις. Παράλληλα, η διάταξη δεν αναστέλλει ούτε περιορίζει την ανακριτική έρευνα.
Η βασική αλλαγή αφορά τη μη εφαρμογή της αυτόφωρης διαδικασίας σε συγκεκριμένες περιπτώσεις που συνδέονται με στελέχη του ΔΕΔΔΗΕ. Αυτό σημαίνει ότι δεν ενεργοποιείται η άμεση διαδικασία σύλληψης και παραπομπής που προβλέπεται στο πλαίσιο του αυτοφώρου, χωρίς όμως να επηρεάζεται η εξέταση της υπόθεσης από τις αρμόδιες αρχές.
Επομένως, η ρύθμιση δεν συνιστά απαλλαγή ή ασυλία για τα εμπλεκόμενα πρόσωπα. Η διερεύνηση πιθανών ευθυνών συνεχίζεται κανονικά, ενώ οι αρμόδιες δικαστικές και ανακριτικές αρχές διατηρούν τη δυνατότητα να συλλέξουν στοιχεία και να αξιολογήσουν τα πραγματικά περιστατικά.
Η διάκριση ανάμεσα στην αυτόφωρη διαδικασία και την ποινική ευθύνη είναι κρίσιμη για την κατανόηση της ρύθμισης. Η εξαίρεση από το αυτόφωρο αφορά τον τρόπο και τον χρόνο με τον οποίο μπορεί να κινηθεί η διαδικασία, όχι την ουσία της υπόθεσης ούτε την ενδεχόμενη απόδοση ευθυνών.
Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, η ρύθμιση δεν εμποδίζει την προανακριτική ή ανακριτική διαδικασία και δεν αποκλείει την άσκηση των προβλεπόμενων δικαστικών ενεργειών, εφόσον προκύψουν τα απαραίτητα δεδομένα.





















