Ένα ακόμη κομμάτι του Φρουρίου Ιτζεδίν στο Καλάμι κατέρρευσε πριν λίγες, αφήνοντας πίσω του όχι μόνο εικόνες εγκατάλειψης αλλά και ένα έντονο αίσθημα θεσμικής αποτυχίας. Το μνημείο, παραδομένο στη φθορά του χρόνου και κυρίως στην αδράνεια των αρμόδιων αρχών, αποτυπώνεται με ωμότητα στις φωτογραφίες της κ. Ειρήνης Καλαιτζάκη. Όπως καταγράφεται και σε ρεπορτάζ των «Χανιώτικων Νέων», «η εικόνα των τειχών είναι αποκαρδιωτική», ενώ η επικινδυνότητα είναι πλέον άμεση, καθώς οι αποκολλημένες πέτρες απειλούν να καταλήξουν στο οδόστρωμα με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την οδική ασφάλεια. Η κατάσταση δεν περιγράφει απλώς φθορά, αλλά μια εξελισσόμενη κρίση δημόσιας ασφάλειας.
Η αρχή της σημερινής εικόνας εντοπίζεται ήδη στην παραχώρηση του μνημείου από την ΕΤΑΔ στον Δήμο Χανίων, τον Σεπτέμβριο του 2023, με ορίζοντα 40 ετών και δυνατότητα επέκτασης για άλλα 20. Η σύμβαση προέβλεπε αποκατάσταση, ανάδειξη και πολιτιστική επανάχρηση του φρουρίου, με συμβολικό οικονομικό αντάλλαγμα και ρήτρες υλοποίησης. Ωστόσο, οι διαδικασίες ωρίμανσης κινήθηκαν με εξαιρετικά αργούς ρυθμούς. Τον Ιούνιο του 2025 υπογράφηκε προγραμματική σύμβαση μεταξύ Υπουργείου Πολιτισμού, Δήμου Χανίων, Περιφέρειας Κρήτης και Πολυτεχνείου Κρήτης για την εκπόνηση μελετών αποκατάστασης, με προοπτική ένταξης σε χρηματοδοτικό εργαλείο ΕΣΠΑ. Παρ’ όλα αυτά, μέχρι σήμερα δεν έχουν ξεκινήσει ούτε οι βασικές εργασίες στερέωσης, ούτε καν οι άμεσες παρεμβάσεις που θα μπορούσαν να ανακόψουν τη φθορά.
Η κατάρρευση της 9ης Μαΐου 2026, με την πτώση μεγάλου τμήματος του δυτικού εξωτερικού τοίχου, δεν αποτέλεσε κεραυνό εν αιθρία αλλά αναμενόμενο αποτέλεσμα μιας παρατεταμένης ακινησίας. Το γεγονός ότι το περιστατικό σημειώνεται περίπου δυόμισι χρόνια μετά την παραχώρηση και σχεδόν έναν χρόνο μετά την προγραμματική σύμβαση, αναδεικνύει το χάσμα ανάμεσα στον θεσμικό σχεδιασμό και την πραγματική κατάσταση στο πεδίο. Σε μεγάλο βαθμό, η δημόσια συζήτηση εκείνης της περιόδου επικεντρώθηκε στη μελλοντική χρήση του μνημείου, αφήνοντας σε δεύτερο πλάνο το κρίσιμο ζήτημα της άμεσης προστασίας του.
Το Ιτζεδίν, ωστόσο, δεν είναι απλώς ένα ακόμη ιστορικό κτήριο. Είναι φορτισμένο με μνήμη, καθώς υπήρξε τόπος εγκλεισμού και μαρτυρίου για ανθρώπους που συνδέθηκαν με κρίσιμες περιόδους της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Αυτή η διάσταση καθιστά ακόμη πιο οξύ το ερώτημα για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται η πολιτιστική κληρονομιά: όχι ως ζωντανό αγαθό προς προστασία, αλλά συχνά ως αντικείμενο σχεδιασμών που προτάσσουν τη μελλοντική αξιοποίηση έναντι της παρούσας διάσωσης. Η ίδια λογική αδράνειας απέναντι στη φθορά φαίνεται να επαναλαμβάνεται και σε άλλες περιπτώσεις μνημείων και δημόσιων υποδομών, όπως το παλιό κτήριο του ΙΚΑ στην οδό Πλουμιδάκη, για το οποίο τον Απρίλιο του 2026 υπήρξε αρνητική γνωμοδότηση ως προς τον χαρακτηρισμό του ως νεότερου μνημείου, αλλά και στους Ιταλικούς Στρατώνες, που παραμένουν χωρίς ουσιαστική πρόβλεψη άμεσης αποκατάστασης.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η άμεση προτεραιότητα δεν μπορεί παρά να είναι η αποτροπή περαιτέρω κατάρρευσης. Αντίθετα, απαιτούνται επείγουσες παρεμβάσεις στερέωσης, έκτακτη χρηματοδότηση, ανεξάρτητος τεχνικός έλεγχος από εξειδικευμένες επιστημονικές ομάδες και επιτάχυνση όλων των ήδη εγκεκριμένων διαδικασιών. Κυρίως όμως απαιτείται μια διαφορετική πολιτική ιεράρχηση: εκείνη που δεν αντιμετωπίζει την πολιτιστική κληρονομιά ως πεδίο εμπορικής εκμετάλλευσης, αλλά ως ιστορικό μνημείο που χρειάζεται προστασία και καθολική προσβασιμότητα για επισκέπτες και ερευνητές. Μόνο μέσα από διαφάνεια, δημόσιο και κοινωνικό έλεγχο και πραγματική ιεράρχηση των αναγκών συντήρησης μπορεί να ανακοπεί η πορεία απαξίωσης που αποτυπώνεται πλέον με τον πιο υλικό και επώδυνο τρόπο στα ίδια τα τείχη του Ιτζεδίν.
(Ειρηναίος Μαράκης, για την Viral Greece)
