Σήμερα στις 23:30 στο STAR
Η απόλυτη αισθητική κορύφωση του γοτθικού μύθου
Το «Συνέντευξη με έναν Βρικόλακα» αποτελεί ένα σπάνιο παράδειγμα αφήγησης που διασχίζει τρία διαφορετικά μέσα — το μυθιστόρημα της Άνν Ράις, την κινηματογραφική μεταφορά του 1994 και τη σύγχρονη τηλεοπτική εκδοχή — για να καταλήξει να δικαιώνεται σχεδόν αποκλειστικά στη μεγάλη οθόνη του Νιλ Τζόρνταν.
Στο πρωτότυπο βιβλίο «Συνέντευξη με έναν Βρικόλακα» της Άνν Ράις, η συγγραφέας θεμελιώνει έναν κόσμο πλούσιο σε εσωτερικότητα, υπαρξιακή ενοχή και ερωτική αμφισημία, όπου ο βρικόλακας παύει να είναι απλώς τέρας και μετατρέπεται σε μεταφυσική μεταφορά της ανθρώπινης απόγνωσης. Ωστόσο, η λογοτεχνική του πυκνότητα, όσο γόνιμη κι αν είναι, συχνά εγκλωβίζεται σε μια σχεδόν ελεγχόμενη μονολογία εσωτερικών φωνών, που περισσότερο περιγράφει παρά ενσαρκώνει. Αντίστοιχα, η τηλεοπτική μεταφορά «Συνέντευξη με έναν Βρικόλακα» επιχειρεί να επεκτείνει το σύμπαν με μεγαλύτερη αφηγηματική άνεση και σύγχρονη ευαισθησία, όμως συχνά χάνει την τραγική συμπύκνωση του αρχικού υλικού μέσα από μια πιο σειριακή, επιμηκυμένη δραματουργία που αποδυναμώνει τη μεταφυσική ένταση των χαρακτήρων.

Εκεί όπου οι δύο αυτές εκδοχές λειτουργούν ως διαφορετικές αναγνώσεις ενός πλούσιου υλικού, η ταινία «Συνέντευξη με έναν Βρικόλακα» του Νιλ Τζόρνταν δεν περιορίζεται στη μεταφορά: μεταμορφώνει. Ο Νιλ Τζόρνταν δεν «διασκευάζει» απλώς τη Ράις· την ανασυνθέτει κινηματογραφικά, δίνοντας υλική υπόσταση σε μια μεταφυσική αγωνία. Ο Λεστάτ του Τομ Κρουζ δεν είναι απλώς ερμηνεία, αλλά εμβληματική ενσάρκωση μιας σχεδόν δαιμονικής χαράς για την αθανασία, ενώ ο Λουί του Μπραντ Πιτ γίνεται το απόλυτο σώμα της ηθικής ρωγμής.
Η πραγματική όμως υπεροχή της ταινίας δεν βρίσκεται μόνο στην αφήγηση ή στις ερμηνείες, αλλά στη σκηνοθετική της συνείδηση: ο Τζόρνταν χτίζει έναν κόσμο όπου ο τρόμος δεν είναι ποτέ φτηνός, αλλά αισθητικός και υπαρξιακός, σχεδόν λυρικός. Η Κλόντια της Κίρστεν Ντανστ, ίσως η πιο ανατριχιαστικά ώριμη παιδική φιγούρα του σύγχρονου σινεμά, συμπυκνώνει σε μία μόνο παρουσία όλη την τραγωδία της αιώνιας ανωριμότητας. Σε αντίθεση με το βιβλίο και τη σειρά, που άλλοτε αναλύουν και άλλοτε επεκτείνουν, η ταινία του 1994 επιτυγχάνει κάτι σπανιότερο: δεν εξηγεί τον βρικόλακα, τον καθιστά αναπόφευκτο. Κάθε κάδρο της λειτουργεί ως αυτόνομη ζωγραφική πράξη γοτθικής τελειότητας, όπου το αίμα, η ενοχή και η επιθυμία συνυπάρχουν χωρίς ποτέ να απομειώνονται.
Έτσι, ενώ το έργο της Άνν Ράις έθεσε το θεμέλιο και η τηλεοπτική σειρά επανήλθε με σύγχρονους όρους αφήγησης, η ταινία του Νιλ Τζόρνταν παραμένει όχι απλώς η πιο ολοκληρωμένη εκδοχή, αλλά η οριστική αισθητική κορύφωση του μύθου: ένα σπάνιο κινηματογραφικό επίτευγμα όπου το τέρας δεν εξανθρωπίζεται αλλά αποκτά μια τραγική μεγαλοπρέπεια.
