Ο χαρακτηριστικός δευτεραγωνιστής που έδωσε μοναδική μορφή στους μάγκες, τους ανθρώπους της πιάτσας και του υποκόσμου, αφήνοντας το αποτύπωμά του σε περίπου 150 ταινίες
Ο Νίκος Φέρμας, ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς δευτεραγωνιστές του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, έφυγε από τη ζωή στις 14 Αυγούστου 1972, σε ηλικία 67 ετών. Με περίπου 150 κινηματογραφικές συμμετοχές στο ενεργητικό του, έγινε ιδιαίτερα γνωστός για τους ρόλους του μάγκα, του ντόμπρου ανθρώπου, του ανθρώπου της πιάτσας και του υποκόσμου, χαρακτήρες που ερμήνευε με αυθεντικότητα, ζωντάνια και μια μοναδική λαϊκή αμεσότητα.

Το πραγματικό του όνομα ήταν Νίκος Χατζηανδρέου και γεννήθηκε το 1905 στη Μόρια της Λέσβου, σε αγροτική οικογένεια. Έμεινε ορφανός από μικρή ηλικία και η μητέρα του εργάστηκε σε πλουσιόσπιτα της Μυτιλήνης για να τον μεγαλώσει. Εγκατέλειψε νωρίς το σχολείο και άρχισε να εργάζεται σε καταστήματα και γραφεία κάνοντας θελήματα, μέχρι που προσλήφθηκε ως κλητήρας στο υποκατάστημα της Τράπεζας Αθηνών στη Μυτιλήνη.
Η πορεία του στο θέατρο και αργότερα στον κινηματογράφο τον οδήγησε στην καθιέρωση ενός από τους πιο αναγνωρίσιμους τύπους του ελληνικού σινεμά. Ο Φέρμας δεν χρειάστηκε μεγάλους πρωταγωνιστικούς ρόλους για να ξεχωρίσει. Με τη χαρακτηριστική συρτή φωνή, το ιδιαίτερο περπάτημα, το βλέμμα και τον τρόπο με τον οποίο έδινε ζωή στους χαρακτήρες του, μπορούσε να κάνει ακόμη και μια σύντομη εμφάνιση να μένει στη μνήμη.
Ο σκηνοθέτης Ντίνος Δημόπουλος είχε περιγράψει με χαρακτηριστικό τρόπο την πρώτη του γνωριμία με τον Φέρμα στο βιβλίο του «Ένας σκηνοθέτης θυμάται», αποτυπώνοντας την ιδιαίτερη φυσιογνωμία του ηθοποιού και τον τρόπο με τον οποίο έμπαινε στον ρόλο του μάγκα, ενός τύπου που αποτελούσε πλέον σχεδόν σήμα κατατεθέν του.
Ανάλογα χαρακτηριστική είναι και μια ιστορία που είχε διηγηθεί ο Σωτήρης Μουστάκας. Οι δύο ηθοποιοί είχαν συνεργαστεί σε θεατρική παράσταση, όταν ο Μουστάκας έκανε τα πρώτα του βήματα στην υποκριτική. Στο κοινό τους καμαρίνι ο Φέρμας κάπνιζε χασίς, όμως όταν ο νεαρός Μουστάκας τον ρώτησε τι έβαζε στο τσιγάρο του, εκείνος του απάντησε πως ήταν «φάρμακο για το στομάχι». Μερικές ημέρες αργότερα, όταν ο Μουστάκας υπέφερε από πόνους στο στομάχι και του ζήτησε λίγο από το «φάρμακο», ο Φέρμας κατάλαβε πως ο νεαρός συνάδελφός του δεν είχε αντιληφθεί τι ακριβώς κάπνιζε.
Στη μεγάλη φιλμογραφία του περιλαμβάνονται πολλές από τις δημοφιλέστερες ελληνικές ταινίες των δεκαετιών του 1950 και του 1960, μεταξύ άλλων ο «Ένας ήρως με παντούφλες», η «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο», η «Κυρά μας η μαμμή», το «Στουρνάρα 288», το «Μια ζωή την έχουμε», το «Αλίμονο στους νέους», «Της κακομοίρας», ο «Κύριος πτέραρχος», η «Λόλα», η «Χαρτοπαίχτρα», ο «Παπατρέχας», οι «Θαλασσιές οι χάντρες» και το «Καλώς ήλθε το δολάριο».
Οι ρόλοι του ήταν συνήθως άνθρωποι της καθημερινής ζωής, λαϊκοί τύποι, μάγκες, μικροαπατεώνες, μπράβοι, ιδιοκτήτες νυχτερινών κέντρων και άνθρωποι που κινούνταν στην πιάτσα. Ο Φέρμας τους απέδιδε χωρίς υπερβολές, με έναν τρόπο που έμοιαζε να γνωρίζει από πρώτο χέρι τον κόσμο που υποδυόταν.
Παντρεύτηκε την επίσης ηθοποιό Άννα Παντζίκα και παρέμεινε ενεργός στο θέατρο και τον κινηματογράφο μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Πέθανε στην Αθήνα στις 14 Αυγούστου 1972 και κηδεύτηκε στην Ηλιούπολη Αττικής.
Ο Νίκος Φέρμας έμεινε στην ιστορία όχι ως ο πρωταγωνιστής, αλλά ως ένας από εκείνους τους ηθοποιούς που μπορούσαν να δώσουν ζωή σε ολόκληρο τον κόσμο μιας ταινίας μέσα από λίγα λεπτά παρουσίας. Ο μάγκας, ο ντόμπρος άνθρωπος και ο τύπος της πιάτσας που ενσάρκωσε δεκάδες φορές έγινε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα πρόσωπα του παλιού ελληνικού κινηματογράφου.
