Στις 17 Μαΐου 1918 ολοκληρώθηκε νικηφόρα για τον ελληνικό στρατό η ιστορική μάχη του Σκρα-ντι-Λεγκέν, κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι ελληνικές δυνάμεις κατάφεραν να διασπάσουν τις ισχυρές βουλγαρικές οχυρώσεις στην περιοχή του Σκρα Κιλκίς, ανοίγοντας τον δρόμο στις συμμαχικές δυνάμεις για την προέλαση προς την κοιλάδα του Αξιού. Η μάχη θεωρείται η σημαντικότερη επιχείρηση της άνοιξης του 1918 στο Μακεδονικό Μέτωπο και η πρώτη μεγάλη κλίμακας εμπλοκή του ελληνικού στρατού στον πόλεμο.
Η περιοχή είχε αποκτήσει ιδιαίτερη στρατηγική σημασία ήδη από το 1915, όταν οι δυνάμεις των Κεντρικών Δυνάμεων, κυρίως Βούλγαροι και Γερμανοί, είχαν οχυρωθεί ισχυρά γύρω από το Σκρα. Οι δυνάμεις της Αντάντ επιδίωκαν να καθηλώσουν τις γερμανικές μονάδες στο Μακεδονικό Μέτωπο, ώστε να μην ενισχύσουν το Δυτικό Μέτωπο. Το σχέδιο της επίθεσης οργανώθηκε αρχικά από τον γάλλο στρατηγό Γκιγιομά και ολοκληρώθηκε από τον διάδοχό του, στρατηγό Φρανσέ ντ’ Εσπερέ.
Την κύρια επίθεση ανέλαβε το Σώμα Στρατού Εθνικής Αμύνης υπό τον αντιστράτηγο Εμμανουήλ Ζυμβρακάκη, ενώ τις δυνάμεις κρούσης διοικούσε ο υποστράτηγος Ιωάννου. Στη μάχη συμμετείχαν μονάδες από τα Συντάγματα Αρχιπελάγους, τη Μεραρχία Κρητών και τη Μεραρχία Σερρών, με δύναμη άνω των 14.500 ανδρών και ισχυρή υποστήριξη πυροβολικού. Στο πλευρό τους πολέμησαν γαλλικές αποικιακές μονάδες, ενώ οι Βούλγαροι υπερασπίζονταν τις θέσεις τους με ισχυρό πυροβολικό και καλά οργανωμένες αμυντικές γραμμές.
Η επίθεση ξεκίνησε τα ξημερώματα της 16ης Μαΐου με σφοδρό βομβαρδισμό πυροβολικού και κορυφώθηκε την επόμενη ημέρα με έφοδο του ελληνικού πεζικού. Παρά τις βαριές απώλειες, οι ελληνικές δυνάμεις κατέλαβαν το Σκρα έπειτα από σκληρές μάχες σώμα με σώμα. Η νίκη προκάλεσε ενθουσιασμό στην Ελλάδα και ισχυρή εντύπωση στους Συμμάχους, αποδεικνύοντας ότι ο ελληνικός στρατός, παρά τις συνέπειες του Εθνικού Διχασμού και τα οργανωτικά προβλήματα της εποχής, παρέμενε αξιόμαχος και αποτελεσματικός στο πεδίο της μάχης.
