Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ θεωρείται σήμερα ένας από τους σημαντικότερους και επιδραστικότερους σκηνοθέτες στην ιστορία του κινηματογράφου, αφήνοντας ανεξίτηλο αποτύπωμα με τις δημιουργίες του στον χώρο του μυστηρίου και του θρίλερ αγωνίας, γεγονός που του χάρισε δικαίως τον τίτλο «ο μετρ του σασπένς». Εξωστρεφής και επικοινωνιακός ως προσωπικότητα, υπήρξε εξίσου αναγνωρίσιμος με τους πρωταγωνιστές των έργων του, τόσο μέσα από τις εκατοντάδες συνεντεύξεις που παραχώρησε όσο και μέσω των χαρακτηριστικών σύντομων εμφανίσεών του στις ίδιες του τις ταινίες, που εξελίχθηκαν σε σήμα κατατεθέν της καλλιτεχνικής του ταυτότητας. Γεννημένος στις 13 Αυγούστου 1899 στο Ιστ Εντ του Λονδίνου, μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον αυστηρής πειθαρχίας υπό την επιρροή του πατέρα του, ενός αυταρχικού εμπόρου πουλερικών, ενώ η φοίτησή του στο ιησουιτικό Κολέγιο του Αγίου Ιγνατίου διαμόρφωσε έντονα την ψυχοσύνθεσή του, με εμπειρίες που ο ίδιος αργότερα συνέδεσε με τη σκοτεινή ατμόσφαιρα και τη θεματική της ενοχής που διατρέχει το έργο του. Αν και αρχικά στράφηκε προς τη μηχανική, σπουδάζοντας στη Σχολή Μηχανικής και Ναυσιπλοΐας και εργαζόμενος στην τηλεγραφική εταιρεία Χένλεϊ πριν μετακινηθεί στο διαφημιστικό της τμήμα, παράλληλα καλλιέργησε το ενδιαφέρον του για το σχέδιο στη Σχολή Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, γεγονός που τον οδήγησε σταδιακά στον κινηματογράφο, ξεκινώντας ως εικονογράφος διαλόγων βωβών ταινιών για την εταιρεία Famous Players-Lasky της Παραμάουντ στο Λονδίνο και εξελισσόμενος γρήγορα σε σεναριογράφο και βοηθό σκηνοθέτη, έως ότου το 1922 επιχείρησε το πρώτο του σκηνοθετικό εγχείρημα με τη μικρού μήκους «Number 13», που όμως δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.
Καθοριστικής σημασίας για τη ζωή και την καριέρα του υπήρξε η γνωριμία του με την Άλμα Ρέβιλ, με την οποία συνεργάστηκε στενά και παντρεύτηκε το 1926, διατηρώντας έναν μακροχρόνιο και δημιουργικό γάμο που διήρκεσε έως τον θάνατό του, ενώ απέκτησαν μία κόρη, την Πατρίτσια Χίτσκοκ, η οποία εμφανίστηκε σε ταινίες του. Η πρώτη ολοκληρωμένη μεγάλου μήκους ταινία του, «Ο κήπος της ηδονής», σηματοδότησε την έναρξη μιας εντυπωσιακής πορείας στον βρετανικό κινηματογράφο, η οποία περιλάμβανε έργα όπως «Ο ένοικος», εμπνευσμένο από τον Τζακ ο Αντεροβγάλτης, «Εκβιασμός», που αποτέλεσε την πρώτη ομιλούσα ταινία του, καθώς και τις ιδιαίτερα επιτυχημένες παραγωγές «Ο άνθρωπος που γνώριζε πολλά», «Τα 39 σκαλοπάτια» και «Η εξαφάνιση της κυρίας», μέσα από τις οποίες εδραιώθηκε η χαρακτηριστική του αφηγηματική τεχνική, βασισμένη στην ένταση, την ανατροπή και την ψυχολογική φόρτιση.
Το 1940, με την παρότρυνση του παραγωγού Ντέιβιντ Ο. Σέλζνικ, δημιουργού του «Όσα παίρνει ο άνεμος», μετέβη στο Χόλιγουντ, όπου η πρώτη του αμερικανική ταινία, «Ρεβέκκα», βασισμένη στο έργο της Δάφνη ντι Μοριέ, του χάρισε υποψηφιότητα για Όσκαρ και εγκαινίασε μια νέα περίοδο καλλιτεχνικής ακμής. Στα χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου αξιοποίησε το διεθνές κλίμα αβεβαιότητας για να δημιουργήσει ταινίες κατασκοπείας όπως «Ξένος ανταποκριτής», «Σαμποτέρ», «Σωστική λέμβος» και «Νοτόριους», εμβαθύνοντας στην έννοια της απειλής και της αμφισημίας. Η δεκαετία του 1950 αποτέλεσε την κορύφωση της δημιουργικότητάς του, με αριστουργήματα όπως «Ο άγνωστος του Εξπρές», «Εξομολόγηση», «Τηλεφωνήσατε Ασφάλεια Αμέσου Δράσεως», «Σιωπηλός μάρτυς», η νέα εκδοχή του «Ο άνθρωπος που γνώριζε πολλά», «Ο δεσμώτης του ιλίγγου» και «Στη σκιά των τεσσάρων γιγάντων», έργα που καθόρισαν τη γλώσσα του σύγχρονου θρίλερ και επηρέασαν γενιές δημιουργών.
Το 1960 παρουσίασε το «Ψυχώ», μια ταινία-σταθμό στην ιστορία του τρόμου και της κινηματογραφικής αφήγησης, με πρωταγωνιστή τον Άντονι Πέρκινς και τη θρυλική σκηνή του ντους με την Τζάνετ Λι υπό τη μουσική του Μπέρναρντ Χέρμαν, που παραμένει μία από τις πιο αναγνωρίσιμες στιγμές στην ιστορία του κινηματογράφου, ενώ συνέχισε με τις ταινίες «Τα πουλιά», «Μάρνι», «Το σχισμένο παραπέτασμα», «Φρενίτις» και «Οικογενειακή συνωμοσία», διατηρώντας τη θεματική του ελέγχου, του φόβου και της ψυχολογικής έντασης. Παράλληλα, ενίσχυσε τη δημόσια παρουσία του μέσω των τηλεοπτικών σειρών «The Alfred Hitchcock Presents» και «The Alfred Hitchcock Hour», που συνέβαλαν στην καθιέρωσή του και στη μικρή οθόνη. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του στράφηκε και στη λογοτεχνία τρόμου ως επιμελητής ανθολογιών, ενώ το 1980 τιμήθηκε με τον τίτλο του ιππότη από τη Ελισάβετ Β΄, επισφραγίζοντας τη διεθνή αναγνώριση της προσφοράς του. Στις 28 Απριλίου 1980, ο σερ Άλφρεντ Χίτσκοκ πέθανε στο Μπελ Ερ της Καλιφόρνιας, έπειτα από προβλήματα υγείας που σχετίζονταν με την καρδιά και το ήπαρ του, αφήνοντας πίσω του ένα έργο που εξακολουθεί να αποτελεί θεμέλιο λίθο της κινηματογραφικής τέχνης και να μελετάται ως υπόδειγμα αφηγηματικής έντασης και σκηνοθετικής ευφυΐας.
