Στις 28 Ιουλίου 1828, ο Ιωάννης Καποδίστριας καθιέρωσε τον φοίνικα ως νομισματική μονάδα της Ελληνικής Πολιτείας, επιχειρώντας να βάλει τάξη στην οικονομία του νεοσύστατου κράτους.
Μετά την Επανάσταση, στις συναλλαγές κυκλοφορούσαν πολλά διαφορετικά ελληνικά, οθωμανικά και ευρωπαϊκά νομίσματα. Η δημιουργία ενός ενιαίου εθνικού νομίσματος κρίθηκε απαραίτητη τόσο για τη διευκόλυνση του εμπορίου όσο και για την ενίσχυση της οικονομικής και πολιτικής ανεξαρτησίας της χώρας.
Ως βασική μονάδα ορίστηκε ο αργυρός φοίνικας, ο οποίος υποδιαιρούνταν σε 100 λεπτά. Το βάρος του καθορίστηκε στα 4,4 γραμμάρια, με περιεκτικότητα 900‰ σε άργυρο, ενώ η αξία του αντιστοιχούσε στο ένα έκτο του ισπανικού δίστηλου, ενός νομίσματος που χρησιμοποιούνταν ευρέως εκείνη την εποχή.
Η επιλογή της ονομασίας είχε συμβολικό χαρακτήρα. Το μυθικό πουλί που αναγεννάται από τις στάχτες του εξέφραζε την αναγέννηση του ελληνικού κράτους έπειτα από την Επανάσταση. Η μορφή του φοίνικα απεικονιζόταν και στην κύρια όψη των νομισμάτων.
Για την παραγωγή τους ιδρύθηκε το Εθνικό Νομισματοκοπείο στην Αίγινα. Αν και τα νομίσματα έφεραν τη χρονολογία 1828, οι πρώτες κοπές και η κυκλοφορία τους πραγματοποιήθηκαν το 1829.
Ο φοίνικας παρέμεινε η επίσημη νομισματική μονάδα μέχρι το 1833, όταν αντικαταστάθηκε από τη δραχμή. Παρά τη σύντομη διάρκεια ζωής του, αποτέλεσε το πρώτο οργανωμένο νομισματικό σύστημα της νεότερης Ελλάδας και ένα ισχυρό σύμβολο κρατικής κυριαρχίας.
