Στις 3 Ιουλίου 1908 ο Ιταλός αρχαιολόγος Luigi Pernier ανακαλύπτει σε έναν υπόγειο χώρο του ανακτόρου της Φαιστού, στο μινωικό συγκρότημα της νότιας Κρήτης, ένα από τα πιο αινιγματικά ευρήματα της προϊστορικής αρχαιολογίας: τον Δίσκο της Φαιστού. Η εύρεση πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια ανασκαφών σε αποθηκευτικό υπόγειο δωμάτιο του ανακτόρου, σε στρώμα με στάχτη και κατάλοιπα καταστροφής.
Ο Δίσκος της Φαιστού είναι ένας πήλινος, αμφίπλευρος δίσκος διαμέτρου περίπου 15 εκατοστών, που χρονολογείται στη Μέση ή Ύστερη Μινωική Εποχή του Χαλκού, γύρω στον 17ο αιώνα π.Χ. Φέρει στις δύο όψεις του σπειροειδή διάταξη συμβόλων, τα οποία αποτυπώθηκαν με τη χρήση σφραγίδων πάνω σε νωπό πηλό πριν από το ψήσιμο.

Συνολικά καταγράφονται 45 διαφορετικά σύμβολα, τα οποία επαναλαμβάνονται σε 241 ή 242 αποτυπώσεις και οργανώνονται σε ομάδες που χωρίζονται με εγχάρακτες γραμμές. Η τεχνική κατασκευής του έχει οδηγήσει αρκετούς ερευνητές να τον χαρακτηρίσουν ως πρώιμη μορφή “τυπογραφικής” πρακτικής, χωρίς όμως η ερμηνεία αυτή να είναι καθολικά αποδεκτή.
Το εύρημα προήλθε από χώρο που περιείχε ίχνη έντονης καταστροφής, με στάχτες και καμένα οστά, γεγονός που έχει συνδεθεί με σεισμικά φαινόμενα της περιόδου ή ευρύτερες ανακατατάξεις στο μινωικό παλάτι. Στον ίδιο χώρο βρέθηκαν και άλλα αντικείμενα, μεταξύ των οποίων και πλακίδιο με γραφή Γραμμικής Α.

Από την πρώτη στιγμή της δημοσιοποίησής του, ο Δίσκος της Φαιστού προκάλεσε έντονη επιστημονική συζήτηση για τη φύση, τη λειτουργία και τη σημασία του. Παρά τις πολυάριθμες προσπάθειες ερμηνείας, το περιεχόμενό του παραμένει μέχρι σήμερα μη αποκρυπτογραφημένο, ενώ η γνησιότητά του πλέον γίνεται γενικά αποδεκτή από την αρχαιολογική κοινότητα.
Σήμερα φυλάσσεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου και εξακολουθεί να θεωρείται ένα από τα πιο εμβληματικά και ανεξήγητα τεκμήρια της μινωικής γραφής και τεχνολογίας.
