Πριν από 90 χρόνια, ο Ιωάννης Μεταξάς, με τη συναίνεση του βασιλιά Γεωργίου Β΄, κατέλυσε την κοινοβουλευτική δημοκρατία και εγκαθίδρυσε ένα αυταρχικό καθεστώς λογοκρισίας, διώξεων και αστυνομικής καταστολής.
Στις 4 Αυγούστου 1936, ο πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς ανέστειλε βασικά άρθρα του Συντάγματος και διέκοψε τη λειτουργία της Βουλής, επικαλούμενος τον κίνδυνο κοινωνικής αναταραχής και την προγραμματισμένη γενική απεργία της επόμενης ημέρας. Η απόφαση είχε την πλήρη έγκριση του βασιλιά Γεωργίου Β΄ και σηματοδότησε την έναρξη της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου.
Από το πολιτικό αδιέξοδο στην κατάλυση της δημοκρατίας
Οι εκλογές της 26ης Ιανουαρίου 1936 είχαν οδηγήσει σε κοινοβουλευτικό αδιέξοδο. Οι δύο μεγάλες πολιτικές παρατάξεις διέθεταν σχεδόν ίσο αριθμό εδρών, ενώ το Παλλαϊκό Μέτωπο, στο οποίο συμμετείχε το ΚΚΕ, είχε εκλέξει 15 βουλευτές. Το Κόμμα των Ελευθεροφρόνων του Μεταξά είχε συγκεντρώσει μόλις επτά έδρες.
Μετά τον θάνατο του πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Δεμερτζή, στις 13 Απριλίου, ο βασιλιάς διόρισε πρωθυπουργό τον Μεταξά. Η κυβέρνησή του έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή, η οποία της παραχώρησε ευρείες δυνατότητες διακυβέρνησης με διατάγματα.
Η αιματηρή καταστολή των εργατικών κινητοποιήσεων στη Θεσσαλονίκη τον Μάιο του 1936, με τουλάχιστον 12 νεκρούς, ενίσχυσε το κλίμα φόβου. Τρεις μήνες αργότερα, ο Μεταξά χρησιμοποίησε την απειλή μιας υποτιθέμενης κομμουνιστικής εξέγερσης για να καταλύσει το κοινοβουλευτικό πολίτευμα. Το χρονικό της επιβολής του καθεστώτος παρουσιάζεται και στο Αρχείο της ΕΡΤ.
Λογοκρισία, εξορίες και βασανιστήρια
Το καθεστώς απαγόρευσε τη δράση των πολιτικών κομμάτων και τις απεργίες, επέβαλε αυστηρή λογοκρισία στον Τύπο, στο θέατρο, στον κινηματογράφο και στη λογοτεχνία και έθεσε υπό ασφυκτικό κρατικό έλεγχο την πνευματική ζωή της χώρας. Χιλιάδες βιβλία απαγορεύτηκαν ή καταστράφηκαν, όπως καταγράφει το Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού.
Κομμουνιστές, συνδικαλιστές και άλλοι πολιτικοί αντίπαλοι συνελήφθησαν, βασανίστηκαν ή εξορίστηκαν σε τόπους όπως η Ανάφη, ο Άη Στράτης και η Ακροναυπλία. Υπό τον υπουργό Ασφαλείας Κωνσταντίνο Μανιαδάκη, η Ασφάλεια χρησιμοποίησε συστηματικά τις λεγόμενες «δηλώσεις μετανοίας», με τις οποίες οι διωκόμενοι εξαναγκάζονταν να αποκηρύξουν τις πολιτικές τους πεποιθήσεις.
Παράλληλα, ιδρύθηκε η Εθνική Οργάνωση Νεολαίας, η ΕΟΝ, με σκοπό την πειθαρχία και την ιδεολογική διαπαιδαγώγηση των νέων. Το καθεστώς υιοθέτησε αρκετά από τα σύμβολα και τις οργανωτικές πρακτικές των ευρωπαϊκών φασιστικών κινημάτων, χωρίς ωστόσο να αποκτήσει ένα μαζικό κυβερνητικό κόμμα αντίστοιχο εκείνων της Ιταλίας και της Γερμανίας.
Τι ισχύει για το ΙΚΑ και το οκτάωρο
Ένας από τους πιο διαδεδομένους ισχυρισμούς είναι ότι ο Μεταξάς δημιούργησε το ΙΚΑ και καθιέρωσε το οκτάωρο. Η ιστορική πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη.
Το ΙΚΑ είχε θεσμοθετηθεί πριν από τη δικτατορία, με τον νόμο 6298 του 1934 «Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων». Άρχισε, όμως, να λειτουργεί την 1η Δεκεμβρίου 1937, επί καθεστώτος Μεταξά, όπως αναφέρει το ιστορικό αρχείο της «Καθημερινής».
Αντίστοιχα, η αρχή της οκτάωρης εργασίας είχε αναγνωριστεί πολύ νωρίτερα. Η Ελλάδα είχε κυρώσει από το 1920 τη σχετική διεθνή σύμβαση που προέβλεπε εργασία οκτώ ωρών ημερησίως και 48 ωρών εβδομαδιαίως, σύμφωνα με τη Διεθνή Οργάνωση Εργασίας.
Η κυβέρνηση Μεταξά εφάρμοσε ή διεύρυνε ορισμένα κοινωνικά μέτρα που είχαν ήδη θεσμοθετηθεί. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι τα δημιούργησε από το μηδέν. Επιπλέον, οι σχετικές παρεμβάσεις πραγματοποιήθηκαν σε ένα περιβάλλον όπου ο ελεύθερος συνδικαλισμός είχε καταργηθεί, οι απεργίες απαγορεύονταν και οι εργατικές οργανώσεις ελέγχονταν από το κράτος.
Το τέλος της δικτατορίας
Ο Ιωάννης Μεταξάς πέθανε στις 29 Ιανουαρίου 1941, ενώ η Ελλάδα βρισκόταν σε πόλεμο με την Ιταλία. Το καθεστώς δεν έληξε αμέσως με τον θάνατό του: ο Αλέξανδρος Κορυζής τον διαδέχθηκε στην πρωθυπουργία και το αυταρχικό πλαίσιο διατηρήθηκε μέχρι τη γερμανική εισβολή και την κατάρρευση της κυβέρνησης τον Απρίλιο του 1941.
Η 4η Αυγούστου παραμένει μία από τις σκοτεινότερες ημερομηνίες της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Υπενθυμίζει πώς ένα πολιτικό αδιέξοδο, ο φόβος και η ανοχή των θεσμών μπορούν να οδηγήσουν στην κατάλυση της δημοκρατίας — ακόμη και όταν ο άνθρωπος που την καταλύει διαθέτει ελάχιστη λαϊκή και κοινοβουλευτική δύναμη.
