
Στις 5 Μαρτίου 1994 ενεργοποιείται το πρώτο πρόγραμμα στην ιστορία του διαδικτύου που επέτρεψε τη μαζική αποστολή ανεπιθύμητων μηνυμάτων ηλεκτρονικής αλληλογραφίας. Το πρόγραμμα χρησιμοποιήθηκε από τον αμερικανό δικηγόρο Laurence Canter, ο οποίος επιδίωξε να διαφημίσει τις επαγγελματικές υπηρεσίες του μέσα από τις νέες τότε δυνατότητες της ψηφιακής επικοινωνίας.
Η πρακτική αυτή δεν εμφανίστηκε από το μηδέν. Το πρώτο ανεπιθύμητο μήνυμα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας είχε σταλεί ήδη την 1η Μαΐου 1978 σε περίπου 400 παραλήπτες στη δυτική ακτή των Ηνωμένων Πολιτειών. Αποστολέας ήταν η εταιρεία υπολογιστών Digital Equipment Corporation, η οποία επιχείρησε να προωθήσει νέα προϊόντα της μέσα από το τότε πειραματικό δίκτυο επικοινωνίας υπολογιστών. Παρότι το μήνυμα αυτό θεωρείται ιστορικά το πρώτο παράδειγμα ανεπιθύμητης ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, η αποστολή του παρέμεινε μεμονωμένη και δεν βασιζόταν σε αυτοματοποιημένα εργαλεία.
Η καθοριστική αλλαγή ήρθε το 1994, όταν αναπτύχθηκε λογισμικό που επέτρεπε τη μαζική και αυτοματοποιημένη αποστολή μηνυμάτων σε μεγάλο αριθμό χρηστών, μειώνοντας δραστικά τον κόπο που απαιτούσε μέχρι τότε η διαδικασία. Το πρόγραμμα αυτό αξιοποίησε ο Λόρενς Κάντερ μαζί με τη σύζυγό του Martha Siegel, επίσης δικηγόρο, προκειμένου να διαφημίσουν τις υπηρεσίες τους σε ζητήματα μετανάστευσης.
Το μήνυμα που απέστειλαν απευθυνόταν σε χιλιάδες χρήστες διαδικτυακών ομάδων συζήτησης και έφερε έναν ιδιαίτερα εντυπωσιακό και τρομολαγνικό τίτλο: «Λοταρία για την Πράσινη Κάρτα – Θα είναι η τελευταία;». Η αναφορά αφορούσε τη διαδικασία χορήγησης άδειας μόνιμης παραμονής στις Ηνωμένες Πολιτείες μέσω ειδικής κλήρωσης, γεγονός που προσέλκυσε την προσοχή πολλών χρηστών, αλλά ταυτόχρονα προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στη νεογέννητη τότε διαδικτυακή κοινότητα.
Ο όρος «spam», που χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα για την ανεπιθύμητη ηλεκτρονική αλληλογραφία, προέρχεται από ένα διάσημο κωμικό σκετς της βρετανικής ομάδας Monty Python. Στο συγκεκριμένο σκετς, η λέξη επαναλαμβάνεται συνεχώς με τρόπο ενοχλητικό και κατακλυσμιαίο, κάτι που θύμιζε στους χρήστες του διαδικτύου τη μαζική αποστολή παρόμοιων μηνυμάτων. Έτσι η ονομασία καθιερώθηκε σταδιακά από την ίδια τη διαδικτυακή κοινότητα και έκτοτε χρησιμοποιείται διεθνώς για να περιγράψει κάθε μορφή ανεπιθύμητης ψηφιακής αλληλογραφίας.
Εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι οι δύο δικηγόροι όχι μόνο δεν έκρυψαν τη μέθοδό τους, αλλά την υπερασπίστηκαν δημόσια. Παραδέχθηκαν ότι επρόκειτο για μαζική αποστολή ανεπιθύμητων μηνυμάτων και αργότερα προχώρησαν ακόμη περισσότερο, συγγράφοντας βιβλίο με οδηγίες για το πώς μπορεί να εφαρμοστεί αυτή η πρακτική ως εργαλείο προώθησης υπηρεσιών. Σχεδίαζαν μάλιστα να δημιουργήσουν και συμβουλευτική εταιρεία που θα παρείχε καθοδήγηση σε όσους επιθυμούσαν να αξιοποιήσουν τη νέα αυτή μέθοδο διαφήμισης.
Παρότι το συγκεκριμένο επιχειρηματικό σχέδιο δεν υλοποιήθηκε τελικά, η πρακτική που εγκαινίασαν εξαπλώθηκε με εντυπωσιακή ταχύτητα. Η αυτοματοποίηση της μαζικής αποστολής μηνυμάτων έκανε το φαινόμενο όλο και συχνότερο, με αποτέλεσμα τα ανεπιθύμητα μηνύματα να μετατραπούν σταδιακά σε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά προβλήματα της ψηφιακής επικοινωνίας. Αν και οι χρήστες τα αντιμετωπίζουν συχνά ως ενοχλητική πραγματικότητα της καθημερινής χρήσης του διαδικτύου, για τους αποστολείς τους εξακολουθούν να αποτελούν ένα εύχρηστο και συχνά ιδιαίτερα αποτελεσματικό εργαλείο διαφήμισης.



