Σαν σήμερα, στις 6 Αυγούστου 1999, η Ρίτα Σακελλαρίου φεύγει από τη ζωή σε ηλικία 64 ετών, αφήνοντας πίσω της μία από τις πιο ξεχωριστές διαδρομές του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού.
Η ζωή της έμοιαζε με στίχους από τα τραγούδια που ερμήνευσε: φτώχεια, σκληρή εργασία, θυελλώδεις έρωτες, χωρισμοί, μεγάλες πίστες, πολιτικές παρέες, εκρηκτικές επιτυχίες και αστείρευτος αυτοσαρκασμός. Από τη χωματερή του Σχιστού έφτασε στα μεγαλύτερα νυχτερινά κέντρα της χώρας και έγινε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες λαϊκές φωνές της εποχής της.
Από τη Σητεία στη σκληρή καθημερινότητα του Πειραιά
Η Μαργαρίτα Σακελλαρίου γεννήθηκε το 1934 στη Σητεία της Κρήτης. Η οικογένεια της μητέρας της είχε προσφυγική καταγωγή από τη Σμύρνη, ενώ ο πατέρας της εργαζόταν ως τσαγκάρης.
Σε ηλικία περίπου δέκα ετών εγκαταστάθηκε με την οικογένειά της στα Ταμπούρια του Κερατσινίου. Ο θάνατος του πατέρα της κατά τη δύσκολη περίοδο του Εμφυλίου επιδείνωσε ακόμη περισσότερο την οικονομική τους κατάσταση.
Η Ρίτα Σακελλαρίου παντρεύτηκε στα 14 της και απέκτησε δύο παιδιά, όμως ο γάμος της δεν κράτησε. Για να μπορέσει να επιβιώσει εργάστηκε στο καπνεργοστάσιο του Παπαστράτου, στα Λιπάσματα της Δραπετσώνας και στη χωματερή του Σχιστού.
Την ίδια περίοδο άρχισε να τραγουδά σε λαϊκά κέντρα. Ο μαέστρος Στέλιος Χρυσίνης ήταν από τους πρώτους ανθρώπους που διέκριναν το ιδιαίτερο μέταλλο της φωνής της και τη βοήθησε να προσεγγίσει τον χώρο της δισκογραφίας.
Ακολούθησαν εμφανίσεις στις Τζιτζιφιές και συνεργασίες με σημαντικές προσωπικότητες του λαϊκού τραγουδιού, όπως ο Βασίλης Τσιτσάνης και ο Γιάννης Παπαϊωάννου. Για αρκετά χρόνια τραγουδούσε δεύτερες φωνές, μαθαίνοντας δίπλα στους δημιουργούς που είχαν διαμορφώσει τον μεταπολεμικό λαϊκό ήχο.
Το τραγούδι που έγινε η προσωπική της ιστορία
Η μεγάλη προσωπική επιτυχία ήρθε το 1970 με το «Κάθε ηλιοβασίλεμα», σε μουσική του Γιώργου Μανισαλή και στίχους του Κώστα Ψυχογιού.
Τρία χρόνια αργότερα κυκλοφόρησε το «Ιστορία μου, αμαρτία μου», το τραγούδι που έμελλε να ταυτιστεί περισσότερο από κάθε άλλο με το όνομά της. Η επιτυχία του είχε ξεκινήσει πριν ακόμη κυκλοφορήσει σε δίσκο, καθώς το ερμήνευε στα νυχτερινά κέντρα και το κοινό άρχισε να την αποκαλεί με τον τίτλο του.
Το κομμάτι πέρασε ακόμη και στον διεθνή κινηματογράφο. Ακούγεται στον «Εξορκιστή» του Γουίλιαμ Φρίντκιν, από το ραδιόφωνο της Ελληνίδας μητέρας του πατέρα Ντάμιεν Κάρας, όπως καταγράφεται σε αφιέρωμα της LiFO.
Η ίδια εμφανίστηκε επίσης σε αρκετές ελληνικές ταινίες, ερμηνεύοντας τραγούδια δίπλα σε δημοφιλείς ηθοποιούς της εποχής, όπως ο Νίκος Ξανθόπουλος και η Μάρθα Βούρτση.
Το «Κουίν Αν» και η σχέση της με την εποχή του ΠΑΣΟΚ
Το 1970 παντρεύτηκε τον παλαιστή Στέφανο Σιδηρόπουλο, γνωστό ως «Λευκό Άγγελο», ο οποίος ήταν 13 χρόνια νεότερός της. Μαζί απέκτησαν τρεις γιους και δημιούργησαν το νυχτερινό κέντρο «Κουίν Αν» στην Εθνική Οδό.
Το μαγαζί εξελίχθηκε σε στέκι καλλιτεχνών και πολιτικών. Ανάμεσα στους θαμώνες του βρίσκονταν η Μελίνα Μερκούρη και ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο οποίος φέρεται να είχε ιδιαίτερη αδυναμία στο τραγούδι «Αυτός ο άνθρωπος».
Σύμφωνα με αφηγήσεις της εποχής, ο ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ καλούσε τη Ρίτα Σακελλαρίου στις προσωπικές του γιορτές στο Καστρί για να του τραγουδήσει τη συγκεκριμένη επιτυχία.
Η σχέση της με πρόσωπα του ΠΑΣΟΚ, τα λαμπερά φορέματα και η παρουσία της στα νυχτερινά κέντρα συνέδεσαν τη δημόσια εικόνα της με την πολιτική και κοινωνική ατμόσφαιρα της δεκαετίας του 1980.
«Σαράντα γυναίκες» επάνω στην πίστα
Μετά τον χωρισμό της από τον Στέφανο Σιδηρόπουλο, η τραγουδίστρια πέρασε μία δύσκολη περίοδο, αλλά κατάφερε να επιστρέψει δυναμικά στη δισκογραφία.
Καθοριστική υπήρξε η συνεργασία της με τον Τάκη Μουσαφίρη. Μαζί δημιούργησαν τραγούδια όπως τα «Μια ζωή πληρώνω», «Ένας άνδρας κλαίει», «Ένα τραγούδι πες μου ακόμα» και «Αυτός ο άνθρωπος».
Ο συνθέτης φέρεται να της είχε πει ότι, όταν ανέβαινε στην πίστα, ήταν σαν «σαράντα γυναίκες μαζί». Η φράση αποτύπωνε τη δύναμη, την αμεσότητα και την πληθωρική σκηνική παρουσία της.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1980 συνεργάστηκε με τον Νίκο Καρβέλα και παρουσίασε τον δίσκο «Αρέσω», στον οποίο περιλαμβάνονταν το «Σώσε με» και το «Είναι γάτα ο κοντός με τη γραβάτα».
Η Ρίτα Σακελλαρίου δεν προσπάθησε ποτέ να αποστασιοποιηθεί από την υπερβολή ή το χιούμορ των τραγουδιών της. Αντιθέτως, υιοθέτησε αυτή την εικόνα και τη μετέτρεψε σε αναπόσπαστο κομμάτι της καλλιτεχνικής της ταυτότητας.
«Εγώ δεν πάω Μέγαρο»
Το 1993 κυκλοφόρησε μία από τις πιο χαρακτηριστικές επιτυχίες της τελευταίας περιόδου της καριέρας της: «Εγώ δεν πάω Μέγαρο, θα μείνω με τον παίδαρο», σε μουσική του Νίκου Τερζή και στίχους του Γιώργου Παυριανού.
Με χιούμορ και αυτοσαρκασμό, το τραγούδι αντιπαρέβαλλε τον κόσμο του Μεγάρου Μουσικής με τη λαϊκή νυχτερινή διασκέδαση. Παράλληλα, αξιοποιούσε τη δημόσια εικόνα της ως μιας δυναμικής και ερωτικής γυναίκας που δεν φοβόταν να προκαλεί.
Ακολούθησαν οι δίσκοι «Και ξανά ερωτευμένη», το 1995, και «Να κρατάμε επαφή», το 1997.
Η τελευταία περιοδεία ενώ έδινε μάχη με τον καρκίνο
Το καλοκαίρι του 1998 ένας επίμονος πόνος στην πλάτη την οδήγησε στο νοσοκομείο. Οι εξετάσεις έδειξαν ότι έπασχε από καρκίνο και ξεκίνησε χημειοθεραπείες.
Παρά την επιδείνωση της υγείας της, στις αρχές του 1999 φόρεσε περούκα και ταξίδεψε στην Αυστραλία για μία τελευταία περιοδεία. Οι συνεργάτες της θυμούνταν ότι μετά τις εμφανίσεις δεν είχε πλέον τη δύναμη να τους ακολουθεί και επέστρεφε μόνη της στο ξενοδοχείο.
Μετά την επιστροφή της στην Ελλάδα εισήχθη ξανά στο νοσοκομείο. Ο καρκίνος, που είχε ξεκινήσει από το πάγκρεας, είχε προκαλέσει εκτεταμένες μεταστάσεις.
Η Ρίτα Σακελλαρίου πέθανε στις 6 Αυγούστου 1999. Άφησε πίσω της μία πορεία τεσσάρων δεκαετιών και ένα ρεπερτόριο που εξέφρασε τους έρωτες, τις απογοητεύσεις, την υπερβολή και τις αντιφάσεις μιας ολόκληρης εποχής.
Πίσω από τα στρας και τα τραγούδια-σλόγκαν βρισκόταν μία γυναίκα που ξεκίνησε από την απόλυτη φτώχεια και κατόρθωσε να κατακτήσει τις μεγαλύτερες πίστες της χώρας. Μία αυτοδημιούργητη λαϊκή ντίβα που έκανε τις δυσκολίες, τα πάθη και τις αμαρτίες της ζωής της τραγούδι.
