
Στις 19 Ιανουαρίου 1947 γράφτηκε μία από τις πιο σκοτεινές σελίδες της ελληνικής ναυτικής ιστορίας. Το επιβατηγό ατμόπλοιο «Χειμάρρα», που εκτελούσε το δρομολόγιο Θεσσαλονίκη – Πειραιάς, βυθίστηκε στο νότιο Ευβοϊκό, μεταξύ Νέων Στύρων και Αγίας Μαρίνας, προκαλώντας τον θάνατο εκατοντάδων ανθρώπων και καταγράφοντας το φονικότερο ναυάγιο της σύγχρονης Ελλάδας.
Το πλοίο είχε αποπλεύσει το πρωί του Σαββάτου 18 Ιανουαρίου από τη Θεσσαλονίκη μεταφέροντας περίπου 540–550 επιβάτες, ανάμεσά τους 36 πολιτικούς κρατούμενους και περίπου 200 χωροφύλακες, καθώς και εμπορεύματα. Το «Χειμάρρα» ήταν πρώην γερμανικό πλοίο με την ονομασία «Έρθα», το οποίο είχε παραχωρηθεί στην Ελλάδα ως πολεμική αποζημίωση και από τον Ιούλιο του 1946 εκτελούσε ακτοπλοϊκά δρομολόγια.

Τις πρώτες ώρες της Κυριακής 19 Ιανουαρίου, αφού προσέγγισε τη Χαλκίδα και αποβίβασε 14 επιβάτες, το πλοίο συνέχισε την πορεία του εντός του διαύλου του Ευβοϊκού. Λίγο μετά τις 4 τα ξημερώματα, τρεις ώρες μετά τον απόπλου από τη Χαλκίδα, ισχυρή έκρηξη συγκλόνισε το σκάφος. Η μηχανή καταστράφηκε, τα φώτα έσβησαν και το πλοίο βυθίστηκε στο σκοτάδι, ενώ ο ασύρματος τέθηκε εκτός λειτουργίας, αποκλείοντας κάθε δυνατότητα εκπομπής σήματος κινδύνου.
Οι περισσότεροι επιβάτες κοιμούνταν στις καμπίνες τους. Ο πανικός εξαπλώθηκε αστραπιαία, με ανθρώπους να ανεβαίνουν εσπευσμένα στο κατάστρωμα, μέσα σε συνθήκες απόλυτου χάους. Το «Χειμάρρα», θανάσιμα τραυματισμένο, άρχισε να βυθίζεται αργά με την πρύμνη, ενώ η πλώρη υψωνόταν από το νερό.
Το πλοίο διέθετε έξι σωστικές λέμβους, ωστόσο η διαδικασία καθέλκυσης εξελίχθηκε σε σκηνές ακραίας αταξίας. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες της εποχής, γύρω από τις λέμβους σημειώθηκαν συγκρούσεις, ενώ η πρώτη λέμβος, υπερφορτωμένη με στρατιώτες, ανετράπη πριν πέσει στη θάλασσα, παρασύροντας στον θάνατο σχεδόν όλους τους επιβαίνοντες. Άλλες λέμβοι, επίσης υπερπλήρεις, μετά βίας παρέμειναν στην επιφάνεια, ενώ ορισμένες ανατράπηκαν αργότερα.
Γυναίκες και παιδιά παρέμειναν στο πλοίο μέχρι τις τελευταίες στιγμές, μαζί με τους αξιωματικούς και το πλήρωμα. Στις 5:05 π.μ. ο πλοίαρχος Σπύρος Μπιλίνης διέταξε την εγκατάλειψη του σκάφους, καθώς κάθε ελπίδα διάσωσης είχε χαθεί. Πέντε λεπτά αργότερα, στις 5:10 π.μ., το «Χειμάρρα» ανετράπη προς την αριστερή του πλευρά και βυθίστηκε ολοκληρωτικά. Τελευταίοι το εγκατέλειψαν ο πλοίαρχος, ο υποπλοίαρχος, ο ύπαρχος και ο ασυρματιστής.

Οι απώλειες υπήρξαν τεράστιες. Οι νεκροί εκτιμώνται σε περισσότερους από 300, με ορισμένες αναφορές της εποχής να ανεβάζουν τον αριθμό ακόμη και πάνω από τους 400, καθιστώντας το ναυάγιο μία εθνική τραγωδία άνευ προηγουμένου.
Το πολύνεκρο δυστύχημα απασχόλησε εκτενώς τον Τύπο, με εφημερίδες όπως «Το Βήμα» να καταγράφουν λεπτό προς λεπτό τις μαρτυρίες των διασωθέντων και να θέτουν σοβαρά ερωτήματα για τα αίτια της έκρηξης. Οι ειδικοί κατέληξαν σε τέσσερις βασικές εκδοχές: πρόσκρουση σε επιπλέουσα νάρκη, ενεργοποίηση μαγνητικής νάρκης του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, έκρηξη εκρηκτικών υλών που είχαν μεταφερθεί κρυφά ή έκρηξη των λεβήτων του πλοίου.
Παρά τις έρευνες που ακολούθησαν, δεν εκδόθηκε ποτέ τελικό πόρισμα που να αποδίδει με τεχνική βεβαιότητα την αιτία της τραγωδίας, ούτε αποδόθηκαν ποινικές ευθύνες. Η εκδοχή της νάρκης θεωρήθηκε η πιθανότερη, χωρίς ωστόσο να αποκλειστούν οριστικά τα υπόλοιπα ενδεχόμενα.
Το ναυάγιο του «Χειμάρρα» παραμένει έως σήμερα σύμβολο της μεταπολεμικής τραγωδίας και της ανθρώπινης απώλειας, χαραγμένο στη συλλογική μνήμη ως ο «ελληνικός Τιτανικός».
https://www.youtube.com/watch?v=HDqBQ9hyD3c

