Τα τατουάζ έχουν γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της σύγχρονης κουλτούρας. Στην Ευρώπη, εκτιμάται ότι έως και το 25% του πληθυσμού έχει τουλάχιστον ένα, με τα ποσοστά να αυξάνονται αισθητά στις νεότερες ηλικίες. Παρά τη μαζική αποδοχή τους, η επιστημονική συζήτηση γύρω από την ασφάλεια του μελανιού που εισέρχεται στο σώμα παραμένει περιορισμένη.

Μια νέα, μεγάλης κλίμακας μελέτη από τη Δανία έρχεται να επαναφέρει το θέμα στο προσκήνιο. Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό BMC Public Health, εξετάζει τη σχέση ανάμεσα στα τατουάζ και την εμφάνιση ορισμένων μορφών καρκίνου, όπως το λέμφωμα και οι καρκίνοι του δέρματος.

Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της μελέτης είναι ότι βασίστηκε σε δεδομένα από δίδυμα άτομα, αξιοποιώντας το Δανέζικο Μητρώο Διδύμων. Οι δίδυμοι αποτελούν ιδανικό πληθυσμό μελέτης, καθώς μοιράζονται παρόμοιο γενετικό υπόβαθρο και περιβάλλον, επιτρέποντας στους ερευνητές να απομονώσουν πιο καθαρά την επίδραση παραγόντων όπως το τατουάζ.

Όπως εξηγούν η Θεοδώρα Ψαλτοπούλου και η Αλεξάνδρα Σταυροπούλου, βασικό εύρημα της έρευνας είναι ότι το μελάνι δεν παραμένει μόνο στο σημείο του τατουάζ. Σωματίδια μελανιού μπορούν να μεταφερθούν μέσω του λεμφικού συστήματος και του αίματος, συσσωρευόμενα κυρίως στους λεμφαδένες, αλλά και σε όργανα όπως το ήπαρ. Η παρουσία τους ενδέχεται να προκαλεί χρόνια φλεγμονή, μια κατάσταση που έχει συνδεθεί εδώ και δεκαετίες με αυξημένο κίνδυνο καρκίνου.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το μαύρο μελάνι, το οποίο συχνά περιέχει carbon black – ουσία που έχει χαρακτηριστεί ως πιθανώς καρκινογόνος. Κατά την παραγωγή του, αλλά και με την έκθεση στον ήλιο ή την αφαίρεση με λέιζερ, μπορεί να απελευθερώνονται επιβλαβείς χημικές ενώσεις. Αντίστοιχα, ορισμένα έγχρωμα μελάνια ενδέχεται να διασπώνται σε τοξικά υποπροϊόντα.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα άτομα με τατουάζ είχαν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του δέρματος σε σύγκριση με όσους δεν είχαν. Ο κίνδυνος ήταν ακόμη μεγαλύτερος σε άτομα με μεγάλα τατουάζ, δηλαδή όσα καλύπτουν επιφάνεια μεγαλύτερη από την παλάμη του χεριού, ενώ παρατηρήθηκε και συσχέτιση με αυξημένο κίνδυνο λεμφώματος. Το εύρημα αυτό ενισχύει την υπόθεση ότι η ποσότητα του μελανιού και η συνολική έκθεση του οργανισμού παίζουν ρόλο.

Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η μελέτη δεν αποδεικνύει αιτιώδη σχέση – δεν μπορεί δηλαδή να ειπωθεί ότι τα τατουάζ προκαλούν καρκίνο. Ωστόσο, η στατιστική συσχέτιση θεωρείται αρκετά ισχυρή ώστε να δικαιολογεί περαιτέρω έρευνα.

Ένα ακόμη ζήτημα αφορά την έγκαιρη διάγνωση. Τα τατουάζ μπορούν σε ορισμένες περιπτώσεις να δυσκολέψουν τον εντοπισμό ύποπτων αλλοιώσεων στο δέρμα, όπως αλλαγές σε σπίλους, οδηγώντας ενδεχομένως σε καθυστέρηση διάγνωσης. Για τον λόγο αυτό, οι ειδικοί συστήνουν τακτικούς δερματολογικούς ελέγχους, ειδικά σε άτομα με εκτεταμένα τατουάζ, αυξημένη έκθεση στον ήλιο ή οικογενειακό ιστορικό καρκίνου.

Παρότι τα τατουάζ είναι ευρέως διαδεδομένα και τα συνολικά ποσοστά καρκίνου δεν έχουν αυξηθεί δραματικά, η μακροχρόνια έκθεση του οργανισμού στο μελάνι –ιδίως από νεαρή ηλικία– αποτελεί ένα σχετικά νέο φαινόμενο, με άγνωστες ακόμη μακροπρόθεσμες συνέπειες. Τα ευρήματα ενισχύουν την ανάγκη για αυστηρότερους ελέγχους στη σύνθεση των μελανιών, καλύτερη ενημέρωση των πολιτών και συνεχή επιστημονική παρακολούθηση.

Leave a Comment

Comments

No comments yet. Why don’t you start the discussion?

    Αφήστε μια απάντηση