
Στον ελλαδικό χώρο, το αλάτι αποτελούσε διαχρονικά βασικό αγαθό, με τις ανάγκες να καλύπτονται κυρίως από το θαλάσσιο αλάτι που προέκυπτε μέσω της εξάτμισης του νερού. Η ύπαρξη αλυκών εκτιμάται ότι ξεκινά ήδη από τη μυκηναϊκή περίοδο, γεγονός που αποδεικνύει τη μακρά σχέση των Ελλήνων με την παραγωγή του.
Σε αντίθεση με άλλους λαούς, το αλάτι δεν είχε ιδιαίτερη εμπορική σημασία στην αρχαία Ελλάδα. Στην Αθήνα, η προμήθειά του γινόταν από αλυκές σε περιοχές όπως η Ραφήνα, η Βούλα και το Σούνιο, οι οποίες παραχωρούνταν σε ιδιώτες για εκμετάλλευση.
Κατά τα βυζαντινά χρόνια, η παραγωγή και διακίνηση του αλατιού τέθηκε υπό τον έλεγχο του κράτους. Οι αλυκές ανήκαν είτε στον αυτοκράτορα είτε σε μοναστήρια, ενώ το εμπόριο στη Μεσόγειο πέρασε σταδιακά στα χέρια ιταλικών ναυτικών δυνάμεων.
Στην περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η εκμετάλλευση των αλυκών ανήκε σε κοινότητες ή ιδιώτες, οι οποίοι κατέβαλαν ειδικό φόρο, γνωστό ως «αλατιάτικο», στις αρχές.
Μετά την Επανάσταση του 1821, και συγκεκριμένα το 1823, το αλάτι καθιερώθηκε ως μονοπωλιακό προϊόν στα επαναστατημένα εδάφη. Σταδιακά, μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα, όλες οι αλυκές πέρασαν στον έλεγχο του κράτους. Το 1902 λειτουργούσαν 16 αλυκές, των οποίων τα έσοδα αξιοποιούνταν για την αποπληρωμή των εθνικών χρεών.
Κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, ο αριθμός των αλυκών αυξήθηκε σε 25. Ωστόσο, μέχρι το 1996 παρέμειναν σε λειτουργία μόνο οκτώ, σε περιοχές όπως το Μεσολόγγι, η Λέσβος, η Θεσσαλονίκη και η Κομοτηνή, με την ετήσια παραγωγή να κυμαίνεται μεταξύ 120.000 και 200.000 τόνων.



