
Στις 22 Ιανουαρίου 1905, η Αγία Πετρούπολη ξημερώνει παγωμένη. Χιλιάδες εργάτες, γυναίκες και παιδιά αφήνουν τα σπίτια τους και κατευθύνονται ειρηνικά προς τα Χειμερινά Ανάκτορα. Δεν κρατούν όπλα, αλλά εικόνες, σταυρούς και αναφορές με αιτήματα. Πιστεύουν ακόμη πως ο Νικόλαος Β΄ θα τους ακούσει.
Η πορεία δεν έχει επαναστατικό χαρακτήρα. Είναι μια πράξη απελπισίας, γεννημένη από τη φτώχεια, τις εξαντλητικές συνθήκες εργασίας και την κοινωνική ασφυξία, την ώρα που η Ρωσία αιμορραγεί και στον Ρωσοϊαπωνικό Πόλεμο. Μπροστάρης της κινητοποίησης βρίσκεται ο ιερέας Γκεόργκι Γκαπόν, ο οποίος καλεί σε ειρηνική παράδοση μιας αναφοράς προς τον Τσάρο.
Όμως, ο «μικρός πατέρας» δεν βρίσκεται εκεί. Ο Νικόλαος Β΄ έχει αποχωρήσει από την πόλη. Στη θέση του, οι διαδηλωτές συναντούν στρατιώτες.
Σε διάφορα σημεία της Αγίας Πετρούπολης, οι δυνάμεις ασφαλείας ανοίγουν πυρ. Χωρίς προειδοποίηση. Άνθρωποι πέφτουν νεκροί ή τραυματίζονται, ανάμεσά τους γυναίκες και παιδιά. Ο ακριβής αριθμός των θυμάτων δεν αποσαφηνίστηκε ποτέ, όμως εκατοντάδες ζωές χάνονται ή σημαδεύονται για πάντα.
Η μέρα θα μείνει στην Ιστορία ως «Ματωμένη Κυριακή». Δεν είναι μόνο μια σφαγή. Είναι το τέλος μιας αυταπάτης. Για πρώτη φορά, τεράστιο κομμάτι της ρωσικής κοινωνίας συνειδητοποιεί ότι ο Τσάρος δεν είναι προστάτης, αλλά μέρος του μηχανισμού καταστολής.
Η φράση που αποδίδεται στον Γκαπόν –«Δεν υπάρχει πια Θεός. Δεν υπάρχει πια Τσάρος»– συμπυκνώνει το σοκ της στιγμής.
Από εκείνη την ημέρα, οι απεργίες και οι εξεγέρσεις πολλαπλασιάζονται. Η Ρωσική Επανάσταση του 1905 έχει μόλις ξεκινήσει. Το καθεστώς θα αναγκαστεί σε παραχωρήσεις, όπως τη δημιουργία της Δούμας, όμως το ρήγμα έχει ανοίξει οριστικά.
Η «Ματωμένη Κυριακή» δεν ανέτρεψε τον Τσάρο. Έκανε όμως κάτι εξίσου καθοριστικό: διέλυσε την πίστη ότι το σύστημα μπορεί να αλλάξει χωρίς σύγκρουση. Και έβαλε τον πρόλογο για το 1917.



