
Με ομόφωνο ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών καθιερώνεται η 15η Μαρτίου ως Διεθνής Ημέρα για την Καταπολέμηση της Ισλαμοφοβίας, με στόχο την αντιμετώπιση του ρατσισμού και των διακρίσεων κατά των μουσουλμάνων
Σαν σήμερα, στις 15 Μαρτίου 2022, η Γενική Συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών υιοθέτησε ομόφωνα ψήφισμα με το οποίο καθιερώνεται η Διεθνής Ημέρα για την Καταπολέμηση της Ισλαμοφοβίας. Το ψήφισμα εγκρίθηκε παμψηφεί από τα 193 κράτη μέλη του διεθνούς οργανισμού και αποσκοπεί στην ανάδειξη και την αντιμετώπιση των διακρίσεων, της μισαλλοδοξίας και των ρατσιστικών επιθέσεων που στρέφονται εναντίον των μουσουλμάνων σε διάφορες περιοχές του κόσμου.
Η πρωτοβουλία για την κατάθεση του ψηφίσματος ανήκε στο Πακιστάν, το οποίο εκπροσώπησε ομάδα 55 χωρών όπου η μουσουλμανική θρησκεία αποτελεί την κυρίαρχη πίστη. Παρουσιάζοντας το σχέδιο στη Γενική Συνέλευση, ο εκπρόσωπος του Πακιστάν υπογράμμισε ότι η ισλαμοφοβία αποτελεί σύγχρονη μορφή ρατσισμού που εκδηλώνεται με ποικίλες πρακτικές διακρίσεων, όπως ταξιδιωτικές απαγορεύσεις, ρητορική μίσους, πολιτική στοχοποίηση κοινοτήτων, αλλά και επιθέσεις σε κορίτσια και γυναίκες εξαιτίας της ενδυμασίας τους ή της θρησκευτικής τους ταυτότητας.
Στο κείμενο του ψηφίσματος τονίζεται ότι ο βασικός στόχος της διεθνούς ημέρας είναι η ενίσχυση ενός παγκόσμιου διαλόγου που θα προωθεί την κουλτούρα της ανοχής, της ειρηνικής συνύπαρξης και του σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ανάγκη αντιμετώπισης των φαινομένων ρατσισμού, ξενοφοβίας και θρησκευτικής μισαλλοδοξίας, καθώς και στην προστασία της ελευθερίας θρησκευτικής έκφρασης.
Η επιλογή της ημερομηνίας συνδέεται με την πολύνεκρη επίθεση που σημειώθηκε στις 15 Μαρτίου 2019 σε δύο τεμένη στη Νέα Ζηλανδία, όταν ένοπλος ακροδεξιός δράστης επιτέθηκε σε πιστούς κατά τη διάρκεια προσευχής. Από την επίθεση σκοτώθηκαν 51 άνθρωποι και τραυματίστηκαν άλλοι 40, γεγονός που συγκλόνισε τη διεθνή κοινότητα και ανέδειξε τον κίνδυνο της ισλαμοφοβικής βίας και της ακροδεξιάς τρομοκρατίας.
Ο όρος ισλαμοφοβία άρχισε να χρησιμοποιείται ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1980, ωστόσο καθιερώθηκε ευρύτερα στον δημόσιο λόγο μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το 1997 η βρετανική οργάνωση Runnymede Trust επιχείρησε μια από τις πρώτες συστηματικές προσεγγίσεις του όρου, ορίζοντας την ισλαμοφοβία ως «φόβο ή και μίσος απέναντι στο Ισλάμ και στους μουσουλμάνους», επισημαίνοντας ότι η έννοια περιλαμβάνει επίσης πρακτικές κοινωνικού αποκλεισμού που περιορίζουν τη συμμετοχή των μουσουλμανικών κοινοτήτων στην οικονομική, κοινωνική και δημόσια ζωή.
Η ισλαμοφοβία αναγνωρίστηκε ως μορφή μισαλλοδοξίας και στο Διεθνές Φόρουμ της Στοκχόλμης για την καταπολέμηση της μισαλλοδοξίας το 2001, όπου εντάχθηκε στο ευρύτερο πλαίσιο των διακρίσεων που περιλαμβάνει επίσης τη ξενοφοβία και τον αντισημιτισμό.
Τα τελευταία χρόνια, οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και κοινωνικά κινήματα επισημαίνουν ότι η ισλαμοφοβία χρησιμοποιείται συχνά ως ιδεολογικό εργαλείο που τροφοδοτεί πολιτικές αποκλεισμού, ρατσιστικές εκστρατείες και περιορισμούς σε θρησκευτικές ελευθερίες. Παράλληλα, σε αρκετές χώρες της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής καταγράφεται άνοδος της ρητορικής μίσους και της ακροδεξιάς προπαγάνδας που στοχοποιεί τις μουσουλμανικές κοινότητες.
Η καθιέρωση της Διεθνούς Ημέρας για την Καταπολέμηση της Ισλαμοφοβίας από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών εντάσσεται σε μια ευρύτερη διεθνή προσπάθεια για την αντιμετώπιση του ρατσισμού και των διακρίσεων και για την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής μέσα από τον σεβασμό της πολιτισμικής και θρησκευτικής διαφορετικότητας. Παράλληλα, υπογραμμίζεται η ανάγκη τα κράτη να υιοθετήσουν πολιτικές που θα προστατεύουν τα δικαιώματα όλων των πολιτών ανεξαρτήτως θρησκείας ή καταγωγής και θα αντιπαλεύουν κάθε μορφή μισαλλοδοξίας.



