Στις 5 Απριλίου 1900, κατά τη διάρκεια ανασκαφών στην Κνωσό της Κρήτης, ο Βρετανός αρχαιολόγος Άρθουρ Έβανς και η ομάδα του ανακάλυψαν τις πρώτες πήλινες πινακίδες με άγνωστη έως τότε γραφή, την οποία ο Έβανς ονόμασε Γραμμική Γραφή Β’. Η ανακάλυψη αυτή αποτέλεσε σημαντικό ορόσημο για τη μελέτη του μινωικού και μυκηναϊκού πολιτισμού.
Ο Άρθουρ Έβανς είχε επισκεφθεί για πρώτη φορά την Κρήτη το 1894, με σκοπό να μελετήσει σφραγίδες και άλλα αρχαιολογικά ευρήματα που υποδήλωναν την ύπαρξη μιας άγνωστης γραφής. Αγόρασε την περιοχή του Κεφαλά, όπου ο Έλληνας αρχαιοδίφης Μίνως Καλοκαιρινός είχε ήδη εντοπίσει τα θεμέλια αποθηκευτικών χώρων, και ξεκίνησε συστηματικές ανασκαφές στις αρχές του 1900. Οι κάτοικοι της περιοχής συχνά έφεραν στο φως αρχαιότητες, ενισχύοντας το ενδιαφέρον του Έβανς για την περιοχή.
Κατά τη διάρκεια των ανασκαφών, οι εργάτες ανακάλυψαν πήλινες πινακίδες με χαραγμένη μία νέα, γραμμική μορφή γραφής. Ο Έβανς παρατήρησε ότι υπήρχαν δύο διακριτές μορφές και τις διαχώρισε σε Γραμμική Γραφή Α’ και Γραμμική Γραφή Β’. Η δεύτερη χρησιμοποιήθηκε κατά τη Μυκηναϊκή Περίοδο, μεταξύ 17ου και 13ου αιώνα π.Χ., κυρίως για την τήρηση λογιστικών αρχείων στα ανάκτορα της εποχής. Αρχικά, ο Έβανς πίστευε ότι η γραφή είχε φοινικική προέλευση, πεποίθηση που καθυστέρησε την πλήρη αποκρυπτογράφησή της.
Η πλήρης αποκρυπτογράφηση ήρθε το 1952, όταν ο αρχιτέκτονας Μάικλ Βέντρις και ο κλασικός φιλόλογος Τζον Τσάντγουικ δημοσίευσαν το άρθρο «Evidence for Greek Dialect in the Mycenaean Archives», ερμηνεύοντας 65 από τα 88 γνωστά τότε σύμβολα και διατυπώνοντας τους ορθογραφικούς κανόνες της γλώσσας. Αποδείχθηκε έτσι ότι η Γραμμική Γραφή Β’ ήταν ελληνική, προγενέστερη κατά πέντε αιώνες της εποχής του Ομήρου, και αποτέλεσε την πρώτη γνωστή γραφή της ελληνικής γλώσσας.
