
Στις 5 Απριλίου 1944, οι Γερμανικές δυνάμεις υπό τον Καρλ Σύμερς, διοικητή του 7ου Συντάγματος της 4ης Τεθωρακισμένης Μεραρχίας των SS, εκτέλεσαν 270 κατοίκους της Κλεισούρας Καστοριάς σε αντίποινα για τη δολοφονία δύο Γερμανών στρατιωτών από δυνάμεις του ΕΛΑΣ. Οι άνδρες, οι γέροντες και τα γυναικόπαιδα συγκεντρώθηκαν στην πλατεία του χωριού και εκτελέστηκαν, ενώ στη συνέχεια οι στρατιώτες εισέβαλαν στα σπίτια, έβαλαν φωτιά και σκότωσαν όσους είχαν γλιτώσει. Περίπου 35 κάτοικοι, κυρίως παιδιά, σώθηκαν χάρη στην παρέμβαση της μαθήτριας Ευδοξίας Γκίκαρνα, η οποία απήγγειλε ένα ρουμάνικο τραγούδι, συγκινώντας τους εκτελεστές. Στη θηριωδία συμμετείχαν και Βούλγαροι της γερμανικής πολιτοφυλακής υπό τον Άντον Κάλτσεφ.
Η σφαγή πραγματοποιήθηκε ως αντίποινα για επίθεση ανταρτών του ΕΛΑΣ στην περιοχή, υπό τον Αλέξη Ρόσιο (Καπετάν Υψηλάντη), που είχε προσβάλει γερμανική στρατιωτική φάλαγγα σκοτώνοντας τρεις προπομπούς στρατιώτες. Οι άνδρες κάτοικοι είχαν κρυφτεί στα γύρω βουνά φοβούμενοι αντίποινα.
Μετά το γεγονός, ο Καρλ Σύμερς κλήθηκε σε απολογία από τη Γερμανική διοίκηση, ισχυριζόμενος ότι αναγκάστηκε να σκοτώσει τους κατοίκους επειδή αντάρτες πυροβολούσαν μέσα από το χωριό. Η μαρτυρία του αποδείχθηκε ψευδής, ενώ ο ίδιος σκοτώθηκε μετά τον πόλεμο από την ελληνική Αντίσταση και τάφηκε στο Γερμανικό στρατιωτικό νεκροταφείο Διονύσου – Ραπεντόζης.
Η Κλεισούρα τίμησε τη μνήμη των θυμάτων με τον Πολεμικό Σταυρό Α΄ Τάξεως και ορίστηκε ιστορική έδρα δήμου στο πλαίσιο του σχεδίου Καποδίστρια, το 1994.


