Η δολοφονική επίθεση κατά του βουλευτή και αγωνιστή της ειρήνης Γρηγόρη Λαμπράκη – Ο θάνατός του λίγες ημέρες αργότερα, συγκλόνισε την Ελλάδα και τον κόσμο
Στις 22 Μαΐου 1963, η Θεσσαλονίκη βρέθηκε στο επίκεντρο ενός γεγονότος που θα καθόριζε τη μεταπολεμική πολιτική ιστορία της Ελλάδας. Ο Γρηγόρης Λαμπράκης, βουλευτής της ΕΔΑ, γιατρός, πανεπιστημιακός και διεθνώς αναγνωρισμένος αθλητής, είχε μεταβεί στην πόλη για να μιλήσει σε εκδήλωση υπέρ της ειρήνης, στο πλαίσιο της δράσης του ειρηνιστικού κινήματος που αμφισβητούσε ευθέως τη λογική της στρατιωτικοποίησης του Ψυχρού Πολέμου και τη βαθιά πρόσδεση της χώρας στο αντικομμουνιστικό κράτος ασφαλείας της εποχής. Η παρουσία του δεν ήταν τυπική κοινοβουλευτική δραστηριότητα. Ο Λαμπράκης είχε ήδη αναδειχθεί σε εμβληματική μορφή ενός ευρύτερου κοινωνικού ρεύματος που ξεπερνούσε τα όρια της επίσημης Αριστεράς, αμφισβητώντας ταυτόχρονα το πολιτικό μονοπώλιο της Δεξιάς και τους μηχανισμούς καταστολής που είχαν διαμορφωθεί μετά τον Εμφύλιο. Η δράση του στην Ελληνική Επιτροπή για τη Διεθνή Ύφεση και Ειρήνη (ΕΕΔΥΕ), η συμμετοχή του στις Πορείες Ειρήνης και η δημόσια ανυπακοή του είχαν ήδη προκαλέσει έντονη πολιτική ενόχληση σε κρατικούς και παρακρατικούς κύκλους.
Η εκδήλωση στη Θεσσαλονίκη πραγματοποιήθηκε μέσα σε συνθήκες έντονης πόλωσης. Η πόλη λειτουργούσε ως κέντρο δράσης οργανωμένων ακροδεξιών ομάδων και παρακρατικών δικτύων που δρούσαν σε στενή διασύνδεση με τμήματα της αστυνομίας και της Χωροφυλακής. Παράλληλα, είχαν αναπτυχθεί μηχανισμοί αντισυγκεντρώσεων και εκφοβισμού, με στόχο τη φυσική και πολιτική εξουδετέρωση της ειρηνιστικής και αριστερής δράσης.

Μετά την ομιλία του, και ενώ αποχωρούσε από τον χώρο της εκδήλωσης, ο Λαμπράκης δέχθηκε δολοφονική επίθεση σε κεντρικό δρόμο της πόλης. Από τρίκυκλο όχημα, στο οποίο επέβαιναν οι Σπύρος Γκοτζαμάνης και Εμμανουήλ Εμμανουηλίδης, εκτοξεύθηκε το χτύπημα που τον τραυμάτισε βαρύτατα στο κεφάλι. Η επίθεση δεν είχε στοιχεία τυχαίας βίας, αλλά εντασσόταν σε ένα ήδη διαμορφωμένο περιβάλλον πολιτικής στοχοποίησης, παρακολούθησης και ανοχής από κρατικούς μηχανισμούς.
Ο Λαμπράκης υπέκυψε στα τραύματά του στις 27 Μαΐου 1963, μετά από πέντε ημέρες νοσηλείας σε κρίσιμη κατάσταση. Ο θάνατός του δεν λειτούργησε ως απομονωμένο γεγονός, αλλά ως καταλύτης μιας βαθιάς πολιτικής κρίσης που έθεσε υπό αμφισβήτηση τη λειτουργία του κράτους δικαίου στην Ελλάδα της εποχής. Η κοινωνική αντίδραση υπήρξε άμεση και μαζική. Η κηδεία του εξελίχθηκε σε πρωτοφανή λαϊκή συγκέντρωση, με εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες να μετατρέπουν το πένθος σε πολιτική καταγγελία του καθεστώτος βίας και καταστολής. Η εικόνα μιας κοινωνίας που συγκρούεται ανοιχτά με το κράτος ασφαλείας κατέδειξε ότι η υπόθεση Λαμπράκη δεν μπορούσε να περιοριστεί σε επίπεδο ποινικής διερεύνησης.
Η δικαστική διερεύνηση, υπό τον εισαγγελέα Παύλο Δελαπόρτα και τον ανακριτή Χρήστο Σαρτζετάκη, αποκάλυψε ένα σύνθετο δίκτυο διασύνδεσης παρακρατικών ομάδων, αστυνομικών στελεχών και κρατικών υπηρεσιών ασφαλείας. Η υπόθεση ανέδειξε την ύπαρξη ενός παράλληλου μηχανισμού εξουσίας, όπου η τυπική κρατική νομιμότητα συνυπήρχε με ανεπίσημα δίκτυα βίας και πολιτικής τρομοκράτησης. Οι φυσικοί αυτουργοί καταδικάστηκαν το 1966, όμως η πολιτική διάσταση της υπόθεσης ξεπέρασε κατά πολύ το επίπεδο της δικαστικής ετυμηγορίας. Οι αποκαλύψεις για σχέσεις παρακράτους και κρατικών υπηρεσιών προκάλεσαν σοβαρή κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς, ενώ τροφοδότησαν τη ριζοσπαστικοποίηση ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων.
Σε πολιτικό επίπεδο, η δολοφονία Λαμπράκη λειτούργησε ως επιταχυντής εξελίξεων σε ένα ήδη εύθραυστο πολιτικό σύστημα. Η κυβέρνηση Καραμανλή οδηγήθηκε σε παραίτηση λίγους μήνες αργότερα, ενώ το ερώτημα περί του ποιος πραγματικά ασκεί εξουσία στη χώρα – το κράτος, το παλάτι ή οι μηχανισμοί ασφαλείας – τέθηκε με πρωτοφανή οξύτητα. Παράλληλα, η υπόθεση λειτούργησε ως σημείο αναφοράς για τη συγκρότηση νέων μορφών πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης. Η «Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη» αποτέλεσε μαζικό φορέα της νεολαίας της εποχής, συνδέοντας την αντιπολεμική δράση με το ευρύτερο δημοκρατικό και κοινωνικό κίνημα, με κεντρική μορφή τον Μίκη Θεοδωράκη. Η διεθνής απήχηση της υπόθεσης ενισχύθηκε από το βιβλίο του Βασίλη Βασιλικού «Ζ» και τη μεταγενέστερη κινηματογραφική του μεταφορά από τον Κώστα Γαβρά, που κατέγραψαν τη δολοφονία όχι μόνο ως ελληνικό πολιτικό γεγονός, αλλά ως παγκόσμιο παράδειγμα κρατικής και παρακρατικής βίας στον Ψυχρό Πόλεμο.
Σήμερα, η δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη παραμένει ένα από τα πλέον εμβληματικά γεγονότα της νεότερης ελληνικής ιστορίας, όχι μόνο ως μεμονωμένο πολιτικό έγκλημα, αλλά ως σημείο καμπής για την κατανόηση των εντάσεων, των μηχανισμών εξουσίας και των κοινωνικών συγκρούσεων της μετεμφυλιακής Ελλάδας.
