Σαν σήμερα το 1871 η Παρισινή Κομμούνα πνίγηκε στο αίμα. Η αγριότητα των νικητών ξεπέρασε κάθε προηγούμενο. Σχεδόν 100.000 Παριζιάνοι πλήρωσαν με φυλακή, εξορία, εκτόπιση ή θάνατο

Στις 18 Μαρτίου 1871, μέσα από τα ερείπια της γαλλικής ήττας στον πόλεμο με την Πρωσία και το πολιτικό κενό που άφησε η κατάρρευση του Ναπολέοντα Γ΄, η εργατική τάξη του Παρισιού επιχείρησε για πρώτη φορά στην ιστορία να πάρει την εξουσία στα χέρια της, συγκροτώντας την Κομμούνα, ένα όργανο τοπικής αυτοδιοίκησης που αμφισβητούσε ευθέως τις συγκεντρωτικές δομές του κράτους και τη λογική της αστικής κυριαρχίας, σε μια πόλη όπου η εργατική πλειοψηφία είχε ήδη αναπτύξει υψηλό βαθμό οργάνωσης, πολιτικής συνείδησης και αγωνιστικότητας μέσα από δεκαετίες συγκρούσεων, απεργιών και ριζοσπαστικοποίησης. Η άρνηση της κυβέρνησης Θιέρσου να αποδεχθεί την ύπαρξη ενός οπλισμένου λαϊκού σώματος όπως η Εθνοφρουρά οδήγησε στην αποτυχημένη επιχείρηση αφοπλισμού στη Μονμάρτη, όπου η άρνηση των στρατιωτών να πυροβολήσουν το πλήθος και η εξέγερση των ίδιων των φρουρών σήμανε την πολιτική κατάρρευση της κυβερνητικής εξουσίας στο Παρίσι και την εγκατάστασή της στις Βερσαλλίες, αφήνοντας την πρωτεύουσα σε μια πρωτόγνωρη κατάσταση εργατικής αυτοοργάνωσης που θα διαρκούσε μόλις 72 ημέρες αλλά θα σφράγιζε ανεξίτηλα την πολιτική ιστορία.

Σ’ ένα τηλεγράφημά του, εκείνων των ημερών, ο Θιέρσος (Πρωθυπουργός της Γαλλίας, πρωταγωνιστής της αντεπανάστασης) ομολογούσε: «Η γη στρώθηκε από τα πτώματά τους και το φρικιαστικό αυτό θέαμα θα χρησιμεύσει για να δοθεί ένα μάθημα».

Η Κομμούνα αναδείχθηκε μέσα από τις αντιφάσεις ενός καθεστώτος πολιορκίας και κοινωνικής πόλωσης, όπου η ήττα της Γαλλίας και η πρωσική πολιορκία είχαν απογυμνώσει τη σχέση ανάμεσα στην αστική τάξη και τα λαϊκά στρώματα, αποκαλύπτοντας ότι η «εθνική ενότητα» ήταν μια εύθραυστη ιδεολογική κατασκευή που κατέρρεε μπροστά στις υλικές συνθήκες της πείνας, της ανεργίας και της πολεμικής καταστροφής, ενώ η Εθνοφρουρά, αποτελούμενη κατά κύριο λόγο από εργάτες, μετατράπηκε από εργαλείο άμυνας του κράτους σε όργανο αμφισβήτησής του, εκλέγοντας αντιπροσώπους και συγκροτώντας μια μορφή εξουσίας που, παρά τις εσωτερικές αντιφάσεις και τις οργανωτικές της αδυναμίες, επιχείρησε να λειτουργήσει με αρχές άμεσης δημοκρατίας, ανακλητότητας και εργατικού ελέγχου, ενώ ταυτόχρονα υιοθέτησε μέτρα όπως η κατάργηση της νυχτερινής εργασίας στα αρτοποιεία, η αναστολή χρεών και ενοικίων και η επέκταση της δημόσιας παιδείας, δείχνοντας ότι η πολιτική εξουσία των από κάτω δεν ήταν αφηρημένο σύνθημα αλλά υλική πρακτική αναδιανομής και κοινωνικού μετασχηματισμού.

Παρά τις ριζοσπαστικές της τομές, η Κομμούνα εγκλωβίστηκε σε στρατηγικές και πολιτικές αδυναμίες, όπως η αδυναμία κατάληψης της Τράπεζας της Γαλλίας και η καθυστέρηση στην ανάληψη αποφασιστικής στρατιωτικής πρωτοβουλίας απέναντι στις Βερσαλλίες, την ίδια στιγμή που το αστικό κράτος ανασυγκροτούσε τις δυνάμεις του με πρωσική ανοχή και στρατιωτική ενίσχυση, μετατρέποντας την τελική αναμέτρηση σε συντριπτική σύγκρουση ανισομετρίας, η οποία κορυφώθηκε στη «Ματωμένη Εβδομάδα» του Μαΐου 1871, όταν ο τακτικός στρατός εισέβαλε στο Παρίσι και εξαπέλυσε μια από τις πιο εκτεταμένες σφαγές εργατικού πληθυσμού του 19ου αιώνα, με δεκάδες χιλιάδες νεκρούς, μαζικές εκτελέσεις και εξορίες, αποκαλύπτοντας ότι το αστικό κράτος, όταν απειλείται στην ίδια του την ύπαρξη, εγκαταλείπει κάθε επίφαση δημοκρατίας και ενεργοποιεί τον γυμνό μηχανισμό βίας για την αποκατάσταση της τάξης.

Ο Μαρξ τονίζει ότι οι εργάτες του Παρισιού: «Κατάλαβαν ότι είναι επιτακτικό καθήκον τους και απόλυτο δικαίωμά τους να γίνουν κύριοι της τύχης τους και να πάρουν στα χέρια τους την κυβερνητική εξουσία. Μα η εργατική τάξη δεν μπορεί να πάρει απλώς στα χέρια της την έτοιμη κρατική μηχανή, και να την βάλει σε κίνηση για τους δικούς της σκοπούς».

Η ήττα της Κομμούνας στις 28 Μαΐου 1871 δεν σήμανε απλώς το τέλος ενός επαναστατικού πειράματος αλλά την έναρξη μιας μακράς πολιτικής επεξεργασίας της μνήμης της, όπου η αστική ιστοριογραφία τη μετέτρεψε σε παράδειγμα «αταξίας» και «οχλοκρατίας», ενώ η διεθνής εργατική και σοσιαλιστική παράδοση τη θεμελίωσε ως το πρώτο ιστορικό δείγμα εξουσίας της εργατικής τάξης, που, όπως σημείωσε ο Μαρξ, «ήταν η πρώτη επανάσταση με την οποία η εργατική τάξη αναγνωρίστηκε ανοιχτά σαν η μόνη τάξη που ήταν ακόμα ικανή για κοινωνική πρωτοβουλία», επηρεάζοντας καθοριστικά μεταγενέστερα επαναστατικά εγχειρήματα από τον Λένιν μέχρι τις επαναστάσεις του 20ού αιώνα, ενώ παραμένει μέχρι σήμερα ένα ιστορικό σημείο αναφοράς για το πώς μια κοινωνική τάξη μπορεί να επιχειρήσει να μετασχηματίσει ριζικά το κράτος και την κοινωνία, ακόμη κι αν η σύγκρουση με την οργανωμένη ισχύ της άρχουσας τάξης αποδειχθεί τελικά αποφασιστικά άνιση και αιματηρή.

Το ιστορικό έργο της Κομμούνας είναι έργο ζωτικής σημασίας για την ταξική πάλη της εργατικής τάξης και των συμμάχων της, για την ίδια την επανάσταση, για τη θεωρητική μόρφωση και διαπαιδαγώγηση του υποκειμενικού παράγοντα που αντικειμενικά επωμίζεται το καθήκον της εκπλήρωσης της ιστορικής του αποστολής: Να δρα με κάθε μέσο και αποτελεσματικά ώστε να γίνεται ο μοχλός για το νομοτελειακό πέρασμα στην ανώτερη κοινωνική βαθμίδα της ιστορίας, τον σοσιαλισμό – κομμουνισμό.

About The Author

Αφήστε μια απάντηση

Share via
Copy link