Το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο έκρινε ένοχο τον κατηγορούμενο για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση – Απορρίφθηκαν οι ισχυρισμοί περί βρασμού ψυχικής ορμής και όλα τα αιτήματα αναγνώρισης ελαφρυντικών

Με την επιβολή της ανώτατης των ποινών ολοκληρώθηκε η δίκη για τη γυναικοκτονία που συγκλόνισε τους Αμπελόκηπους τον Νοέμβριο του 2024. Το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών επέβαλε ποινή ισόβιας κάθειρξης στον 39χρονο κατηγορούμενο για τη δολοφονία της 32χρονης συζύγου του, κρίνοντάς τον κατά πλειοψηφία ένοχο για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Παράλληλα του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δύο ετών και έξι μηνών για τα αδικήματα της οπλοφορίας και της οπλοχρησίας. Η απόφαση ελήφθη με ψήφους 6-1, με έναν ένορκο να εκφράζει τη γνώμη ότι θα έπρεπε να καταδικαστεί για ανθρωποκτονία εν βρασμώ ψυχικής ορμής. Το δικαστήριο απέρριψε επίσης και τα τέσσερα ελαφρυντικά που είχε ζητήσει διαζευκτικά η υπεράσπιση.

Καθοριστική για την έκβαση της υπόθεσης υπήρξε η εισαγγελική πρόταση, με την οποία ζητήθηκε η ενοχή του κατηγορούμενου για ανθρωποκτονία από πρόθεση. Ο εισαγγελέας περιέγραψε τη 32χρονη ως μια μητέρα αφοσιωμένη στα παιδιά της, η οποία εργαζόταν με στόχο να εξασφαλίσει το μέλλον τους. Απέρριψε ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς ότι η γυναίκα αδιαφορούσε για την οικογένειά της ή σχεδίαζε να εγκαταλείψει τα παιδιά της, επισημαίνοντας ότι τίποτα στη δικογραφία δεν επιβεβαίωνε τέτοιους ισχυρισμούς.

Παράλληλα, αμφισβήτησε ευθέως τους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου περί εξωσυζυγικής σχέσης της συζύγου του, υπογραμμίζοντας ότι οι αναφορές του παρουσίαζαν αντιφάσεις και μεταβολές σε σχέση με όσα είχε καταθέσει κατά το παρελθόν. Κατά τον εισαγγελικό λειτουργό, επρόκειτο για έναν ισχυρισμό που προβλήθηκε εκ των υστέρων προκειμένου να δικαιολογηθεί η πράξη και να δημιουργηθούν εντυπώσεις σε βάρος του θύματος.

Αναφερόμενος στο έγκλημα, ο εισαγγελέας περιέγραψε ότι ο κατηγορούμενος χτύπησε τη σύζυγό του με σφυρί στο κεφάλι προκαλώντας της βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση και στη συνέχεια χρησιμοποίησε καλώδιο φορτιστή για να την στραγγαλίσει. Κατά την αγόρευσή του επέμεινε ότι η μετέπειτα συμπεριφορά του δράστη καταρρίπτει κάθε ισχυρισμό περί στιγμιαίας ψυχικής έκρηξης. Όπως επισήμανε, ο κατηγορούμενος δεν κάλεσε ασθενοφόρο, δεν αναζήτησε βοήθεια και δεν ενημέρωσε τις αρχές. Αντιθέτως, ακολούθησε μια σειρά ενεργειών με σκοπό να αποκρύψει το έγκλημα και να εξαφανίσει τα ίχνη του.

Σύμφωνα με την περιγραφή του εισαγγελέα, η σορός της γυναίκας τυλίχθηκε σε πολλαπλές στρώσεις υφάσματος και πλαστικών υλικών, τοποθετήθηκε αρχικά σε ντουλάπα και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο πατάρι του διαμερίσματος μαζί με το σφυρί που χρησιμοποιήθηκε ως φονικό όργανο. Παράλληλα, ο δράστης επιχείρησε να πείσει συγγενείς και γνωστούς ότι η 32χρονη είχε φύγει από το σπίτι με δική της πρωτοβουλία, καλλιεργώντας ένα ψευδές αφήγημα εξαφάνισης. Για τον εισαγγελέα, όλες αυτές οι κινήσεις αποτελούσαν ενδείξεις σχεδιασμού, ψυχραιμίας και συνειδητής προσπάθειας συγκάλυψης.

Κατά την απολογία του, ο κατηγορούμενος επανέλαβε ότι ενήργησε υπό το βάρος συναισθηματικής φόρτισης, υποστηρίζοντας ότι η σύζυγός του τού ανακοίνωσε πως θα τον εγκατέλειπε παίρνοντας μαζί τα παιδιά και ότι του αποκάλυψε πως το μικρότερο παιδί δεν ήταν δικό του. Ισχυρίστηκε ότι τότε «θόλωσε» και τη χτύπησε με το σφυρί. Παράλληλα, επιχείρησε να αποδώσει ευθύνες στη νεκρή γυναίκα, κάνοντας λόγο για χρόνια προβλήματα στη σχέση τους, για συχνές απουσίες της από το σπίτι και για εξωσυζυγική σχέση.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν έπεισαν ούτε το δικαστήριο ούτε τον εισαγγελέα. Ιδιαίτερα επικρίθηκε η προσπάθεια μετατόπισης της ευθύνης προς το θύμα, καθώς η διαδικασία ανέδειξε ότι η γυναίκα δεν βρίσκεται στη θέση να απαντήσει στις κατηγορίες που διατυπώθηκαν εναντίον της, ενώ τα στοιχεία της δικογραφίας δεν επιβεβαίωσαν τους περισσότερους από αυτούς τους ισχυρισμούς. Η δικαστική απόφαση κατέληξε ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε με πρόθεση και σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό ότι η δολοφονία ήταν αποτέλεσμα μιας στιγμιαίας και ανεξέλεγκτης έκρηξης.

Η υπόθεση των Αμπελοκήπων έρχεται να προστεθεί στη μακρά και οδυνηρή λίστα των γυναικοκτονιών που έχουν καταγραφεί τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα. Παρά τις αυστηρές ποινές που επιβάλλονται μετά την τέλεση τέτοιων εγκλημάτων, τα περιστατικά συνεχίζουν να αναδεικνύουν βαθύτερα κοινωνικά προβλήματα που σχετίζονται με τις έμφυλες σχέσεις εξουσίας, την αντίληψη της γυναίκας ως «κτήματος» του συντρόφου και την ανοχή που συχνά επιδεικνύεται απέναντι σε συμπεριφορές ελέγχου, χειραγώγησης και κακοποίησης. Η επαναλαμβανόμενη επίκληση της ζήλιας, της απιστίας ή της εγκατάλειψης ως ερμηνεία τέτοιων εγκλημάτων δεν μπορεί να λειτουργεί ως κοινωνικό άλλοθι. Η ουσία παραμένει ότι μια γυναίκα δολοφονήθηκε από τον σύζυγό της, αφήνοντας πίσω της δύο παιδιά, σε ένα ακόμη έγκλημα έμφυλης βίας που υπενθυμίζει ότι η αντιμετώπιση της γυναικοκτονίας δεν είναι μόνο ζήτημα ποινικής καταστολής, αλλά και μια βαθιά κοινωνική και πολιτική πρόκληση, που απαιτεί ουσιαστικές κοινωνικές τομές ώστε να αντιμετωπιστούν οι αιτίες που τη γεννούν και την αναπαράγουν.

About The Author

Αφήστε μια απάντηση

Share via
Copy link