Ο σπουδαίος ελληνοκύπριος δημιουργός, που βίωσε ως φαντάρος την τουρκική εισβολή του 1974, άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στο ελληνικό τραγούδι με δεκάδες διαχρονικές επιτυχίες, σημαντικές μελοποιήσεις ποιητών και έργα αφιερωμένα στην Κύπρο
Σαν σήμερα, στις 8 Ιουνίου 1954, γεννήθηκε στη Λεμεσό ο σπουδαίος ελληνοκύπριος συνθέτης Μάριος Τόκας, μία από τις σημαντικότερες μορφές του σύγχρονου ελληνικού τραγουδιού. Η ζωή και το έργο του σφραγίστηκαν από την εμπειρία της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο το 1974, την οποία έζησε από την πρώτη γραμμή ως στρατιώτης.
Η ενασχόλησή του με τη μουσική ξεκίνησε από τα μαθητικά του χρόνια. Καθοριστική υπήρξε μια συναυλία του Μίκη Θεοδωράκη στη Λεμεσό το 1967, με τη συμμετοχή της Μαρίας Φαραντούρη, του Δημήτρη Μητροπάνου, του Γιάννη Πουλόπουλου και της Ελένης Ροδά. Όπως είχε αναφέρει αργότερα, η εμπειρία αυτή τον συγκλόνισε και συνέβαλε αποφασιστικά στην επιλογή της καλλιτεχνικής του πορείας.
Η τουρκική εισβολή και η κατοχή μεγάλου μέρους της Κύπρου άφησαν βαθύ αποτύπωμα στη συνείδησή του. Ο ίδιος χαρακτήριζε εκείνη την περίοδο τραυματική, σημειώνοντας ότι τα γεγονότα του 1974 και η γεμάτη πίκρα ζωή που ακολούθησε αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για πολλά από τα έργα του. Μετά το τέλος της θητείας του, η οποία διήρκεσε συνολικά 38 μήνες, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα το 1975, όπου φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και στο Εθνικό Ωδείο, από το οποίο αποφοίτησε με βαθμό «Άριστα».

Η πρώτη του δισκογραφική δουλειά κυκλοφόρησε το 1978 με τίτλο «Τα τραγούδια της παρέας» και ερμηνευτή τον Μανώλη Μητσιά. Ακολούθησαν τα «Μικρά Ερωτικά», η «Λεωφόρος της Αγάπης», το «Σαν τρελό φορτηγό», η «Εθνική μας μοναξιά» και τα «Λαδάδικα», έργα που συνέβαλαν καθοριστικά στην καθιέρωσή του ως ενός από τους σημαντικότερους συνθέτες της γενιάς του.
Οι επιτυχίες διαδέχονταν η μία την άλλη και η μουσική του ταξίδεψε παντού όπου υπάρχει ελληνισμός. Τραγούδια όπως τα «Αννούλα του χιονιά», «Σ’ αγαπώ σαν το γέλιο του Μάη», «Η νύχτα μυρίζει γιασεμί», «Σαν τρελό φορτηγό», «Εξαρτάται», «Σ’ αναζητώ στη Σαλονίκη», «Τα Λαδάδικα», «Θάλασσες», «Δίδυμα Φεγγάρια», «Μια στάση εδώ», «Βίος ανθόσπαρτος» και «Της μοναξιάς οι σκλάβοι» παραμένουν μέχρι σήμερα αναπόσπαστο κομμάτι του ελληνικού τραγουδιού.
Τα τραγούδια του ερμήνευσαν μερικές από τις σημαντικότερες φωνές της ελληνικής μουσικής, μεταξύ των οποίων οι Δημήτρης Μητροπάνος, Γιάννης Πάριος, Γιώργος Νταλάρας, Μανώλης Μητσιάς, Πασχάλης Τερζής, Γλυκερία, Χάρις Αλεξίου, Δήμητρα Γαλάνη, Αντώνης Καλογιάννης, Τόλης Βοσκόπουλος, Μαρινέλλα, Στέλιος Διονυσίου, Θέμης Αδαμαντίδης, Γιάννης Κότσιρας, Λάκης Χαλκιάς, Αλέκα Κανελλίδου, Τάνια Τσανακλίδου, Κατερίνα Κούκα, Βασίλης Σκουλάς και πολλοί άλλοι.
Σταθμός στην πορεία του υπήρξε η γνωριμία του με τον Γιάννη Ρίτσο, ο οποίος του εμπιστεύθηκε δώδεκα ανέκδοτα ποιήματά του. Το αποτέλεσμα ήταν ο δίσκος «Πικραμένη μου γενιά» (1981), ένα από τα σημαντικότερα έργα της ελληνικής δισκογραφίας. Ακολούθησαν μελοποιήσεις ποιημάτων των Κώστα Βάρναλη, Κώστα Καρυωτάκη, Τεύκρου Ανθία, Κώστα Μόντη, Θεοδόση Πιερίδη, Μιχάλη Πασιαρδή, Κυριάκου Χαραλαμπίδη και Ναζίμ Χικμέτ.
Σημαντική υπήρξε επίσης η συμβολή του στη μουσική για το θέατρο, την τηλεόραση και τον κινηματογράφο. Υπέγραψε μουσικές για έργα όπως η «Δόνα Ροζίτα» και η «Γέρμα» του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, οι «Θεσμοφοριάζουσες» του Αριστοφάνη και η «Αυλή των θαυμάτων» του Ιάκωβου Καμπανέλλη. Παράλληλα ασχολήθηκε με το παιδικό τραγούδι, δημιουργώντας έργα όπως το «Άρες μάρες κουκουνάρες» σε στίχους Φώντα Λάδη και το «Ένα δέντρο που το λένε Νικόλα» του Δημήτρη Ποταμίτη.
Το 1996 επισκέφθηκε το Άγιον Όρος. Εκεί, συγκλονισμένος από τα χειρόγραφα του μοναχού Γεράσιμου Μικραγιαννανίτη, συνέθεσε το συμφωνικό έργο «Θεογεννήτωρ Μαρία», το οποίο παρουσιάστηκε σε σημαντικούς χώρους στην Ελλάδα και το εξωτερικό, μεταξύ άλλων στον προαύλιο χώρο της Μητρόπολης Αθηνών, στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Στεφάνου της Βιέννης και στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Μαρτίνου στη Μπρατισλάβα. Ο ίδιος θεωρούσε το έργο αυτό κορυφαία στιγμή της δημιουργικής του πορείας, ενώ ο Μίκης Θεοδωράκης είχε γράψει ότι οι μελωδίες του Τόκα «έχουν κάτι από τον ουρανό, τη θάλασσα, τον ίδιο τον βράχο του Άθω».
Η Κύπρος παρέμεινε διαρκώς στο επίκεντρο της δημιουργίας του. Έργα όπως το «Ψυχή τε και σώματι», μελοποιημένα ποιήματα των αγωνιστών της ΕΟΚΑ, η «Φωνή Πατρίδας», τα τραγούδια «Ανασήκωσε την πλάτη Πενταδάχτυλε» και «Η δική μου η πατρίδα», καθώς και η «Αμμόχωστος Βασιλεύουσα», αποτελούν χαρακτηριστικά δείγματα της σύνδεσης της μουσικής του με την ιστορία, τη μνήμη και τους αγώνες του κυπριακού λαού.
Για τη συνολική προσφορά του τιμήθηκε το 2001 από τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Γλαύκο Κληρίδη με το «Μετάλλιο Εξαίρετης Προσφοράς στην Πατρίδα», την ύψιστη διάκριση του κυπριακού κράτους. Μεταξύ άλλων διακρίσεων έλαβε και το βραβείο «Γιάννος Κρανιδιώτης».
Στην προσωπική του ζωή, ο Μάριος Τόκας ζούσε στο Πικέρμι και ήταν παντρεμένος με την Αμαλία Πετσοπούλου, με την οποία απέκτησε τρία παιδιά, τη Χαρά, τον Κωστή και τον Άγγελο.
Ο Μάριος Τόκας έφυγε από τη ζωή στην Αθήνα στις 27 Απριλίου 2008, ξημερώματα του Πάσχα, έπειτα από πολύμηνη μάχη με τον καρκίνο. Η κηδεία του τελέστηκε δημοσία δαπάνη της Κυπριακής Δημοκρατίας, παρουσία χιλιάδων πολιτών και του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας Δημήτρη Χριστόφια.
Το έργο του, ωστόσο, συνέχισε να ζει και μετά τον θάνατό του. Από το πλούσιο ανέκδοτο αρχείο του προέκυψαν οι δίσκοι «Ήλιος Κόκκινος» (2012), με ερμηνευτές τους Δημήτρη Μητροπάνο, Γιάννη Πάριο, Πασχάλη Τερζή και Γιάννη Κότσιρα, καθώς και το άλμπουμ «Τραγούδια που ζουν λαθραία» (2017), με ερμηνευτή τον Μίλτο Πασχαλίδη.
Δεκαετίες μετά την πρώτη του εμφάνιση στη δισκογραφία, ο Μάριος Τόκας παραμένει μία από τις πιο αγαπητές και αναγνωρίσιμες μορφές του ελληνικού τραγουδιού, με ένα έργο που συνδέει τη λαϊκή ευαισθησία, την ποίηση και τη συλλογική μνήμη του ελληνισμού.
(Πηγή: Σαν Σήμερα, Βικιπαιδεία και Επίσημη Ιστοσελίδα Μάριου Τόκα)
