Η ελληνόκτητη ναυτιλία παραμένει πρωταγωνιστής στη μεταφορά ρωσικού αργού, καθώς οι μηχανισμοί παράκαμψης του πλαφόν της G7 επέτρεψαν τη συνέχιση των εξαγωγών της Μόσχας προς τις ασιατικές αγορές

Οι ελληνικές ναυτιλιακές εταιρείες έχουν αποκομίσει τουλάχιστον 3,8 δισ. δολάρια από τη μεταφορά ρωσικού αργού πετρελαίου από τα μέσα του 2023, αποτελώντας έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες του λεγόμενου «σκιώδους στόλου» της Ρωσίας, σύμφωνα με ανάλυση των Financial Times που δημοσιεύθηκε στις 7 Ιουλίου. Η έρευνα της βρετανικής εφημερίδας καταγράφει τον ιδιαίτερα ισχυρό ρόλο της ελληνόκτητης ναυτιλίας στο εμπόριο ρωσικού πετρελαίου, καθώς τα ελληνικά δεξαμενόπλοια εξακολουθούν να συγκαταλέγονται στους μεγαλύτερους μεταφορείς ρωσικού αργού υπό το καθεστώς του ανώτατου ορίου τιμής που έχει επιβάλει η G7.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ανάλυσης, τα ελληνόκτητα πλοία αντιπροσωπεύουν περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου «σκιώδους στόλου» που μεταφέρει ρωσικό πετρέλαιο, κυρίως προς αγορές της Ασίας. Ο μηχανισμός των κυρώσεων που τέθηκε σε εφαρμογή στα τέλη του 2022 προέβλεπε ότι πλοία, ασφαλιστικές εταιρείες και χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες από χώρες της Δύσης δεν θα μπορούσαν να συμμετέχουν στη μεταφορά ρωσικού πετρελαίου όταν η τιμή του ξεπερνούσε το πλαφόν των 60 δολαρίων ανά βαρέλι.

Ωστόσο, το σύστημα παρουσίασε σημαντικά κενά εφαρμογής. Μέσω πρακτικών γνωστών ως «attestation fraud», δηλαδή μέσω ψευδών δηλώσεων συμμόρφωσης που υποεκτιμούσαν την πραγματική τιμή του πετρελαίου ή απέκρυπταν επιπλέον κόστη μεταφοράς και ασφάλισης, οι μηχανισμοί ελέγχου δεν κατάφεραν να εμποδίσουν αποτελεσματικά τη μεταφορά ρωσικού αργού πάνω από το όριο των 60 δολαρίων. Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχείρησε αργότερα να περιορίσει αυτή την πρακτική, εισάγοντας ένα κυμαινόμενο πλαφόν που θα βρισκόταν 15% κάτω από τις διεθνείς τιμές αγοράς για το ρωσικό Urals, όμως και αυτή η αλλαγή δεν κατάφερε να ανακόψει τη ροή των εξαγωγών. Παρά τις κυρώσεις, η Ρωσία συνέχισε να αποκομίζει τεράστια έσοδα από το πετρέλαιο. Το 2024 τα έσοδα της Μόσχας από τις εξαγωγές πετρελαίου ανήλθαν περίπου στα 160 δισ. δολάρια, γεγονός που δείχνει ότι το καθεστώς περιορισμών είχε περιορισμένη επίδραση στη βασική πηγή χρηματοδότησης του ρωσικού κράτους.

Μεγαλύτερος ωφελημένος μεταξύ των ελληνικών ναυτιλιακών εμφανίζεται η Dynacom Tankers, συμφερόντων του Έλληνα εφοπλιστή Γιώργου Προκοπίου, η οποία σύμφωνα με τους υπολογισμούς των Financial Times απέφερε τουλάχιστον 915 εκατ. δολάρια από ναύλους μεταφοράς ρωσικού αργού από τον Ιούλιο του 2023. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί σχεδόν στο ένα τέταρτο των συνολικών εσόδων που συγκέντρωσαν οι Έλληνες πλοιοκτήτες από τη συγκεκριμένη δραστηριότητα. Στη δεύτερη θέση βρέθηκε η Olympic Shipping and Management του Ομίλου Ωνάση, με έσοδα τουλάχιστον 404 εκατ. δολαρίων από τη μεταφορά ρωσικού πετρελαίου, ενώ οι εταιρείες Stealth Maritime και Polembros Shipping, με έδρα την Αθήνα, απέκτησαν επίσης έσοδα άνω των 200 εκατ. δολαρίων η καθεμία.

Η συνέχιση της ροής πετρελαίου έχει αποτελέσει σημαντική οικονομική ανάσα για το Κρεμλίνο, το οποίο διαθέτει περίπου το 40% του κρατικού προϋπολογισμού του στην άμυνα, ενώ αντιμετωπίζει αυξανόμενες πιέσεις από το δημοσιονομικό έλλειμμα λόγω των υψηλών στρατιωτικών δαπανών. Η Ουκρανία έχει επιχειρήσει να περιορίσει τα έσοδα της Ρωσίας μέσω επιθέσεων σε διυλιστήρια, προκαλώντας προβλήματα στην εσωτερική αγορά καυσίμων, χωρίς όμως να επηρεάσει ουσιαστικά τις εξαγωγές ρωσικού πετρελαίου.

Η αντίφαση πίσω από το σύστημα των κυρώσεων αποτελεί βασικό λόγο για τη δημιουργία αυτού του «παραθύρου». Η πολιτική της G7 σχεδιάστηκε με δύο παράλληλους στόχους: αφενός να μειώσει τα έσοδα της Ρωσίας από το πετρέλαιο, αφετέρου να διατηρήσει επαρκείς ποσότητες πετρελαίου στη διεθνή αγορά ώστε να αποφευχθούν μεγάλες αυξήσεις τιμών. Αυτή η ισορροπία επέτρεψε σε μεγάλο βαθμό τη συνέχιση της δραστηριότητας πλοίων που βρίσκονται τυπικά εντός των κανόνων, αλλά μεταφέρουν ρωσικό πετρέλαιο μέσω πολύπλοκων εμπορικών σχημάτων.

Οι δυτικές ναυτιλιακές, ασφαλιστικές και χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες εξακολουθούν να είναι διαθέσιμες για τη μεταφορά ρωσικού αργού μόνο όταν το φορτίο πωλείται κάτω από το ισχύον πλαφόν, το οποίο σήμερα διαμορφώνεται στα 44,10 δολάρια ανά βαρέλι. Παρά τις διακυμάνσεις στις διεθνείς τιμές, όπως η άνοδος του Brent στα 113 δολάρια ανά βαρέλι κατά τη διάρκεια της κρίσης στη Μέση Ανατολή, η Ρωσία συνέχισε να διαθέτει το πετρέλαιό της σε χαμηλότερες τιμές. Το Urals προσφέρεται με σημαντική έκπτωση, περίπου 25 δολάρια ανά βαρέλι κάτω από τις διεθνείς τιμές, γεγονός που μειώνει την τελική τιμή του σε επίπεδα ακόμη και κάτω από το πλαφόν των κυρώσεων. Οι εταιρείες μεταφοράς υποχρεούνται να διαθέτουν γραπτές βεβαιώσεις συμμόρφωσης με το καθεστώς των κυρώσεων, ωστόσο πρώην αξιωματούχοι που είχαν εμπλακεί στην εφαρμογή των μέτρων έχουν επανειλημμένα αμφισβητήσει την αποτελεσματικότητα των ελέγχων. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, η πρακτική των ψευδών δηλώσεων συμμόρφωσης ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη.

Η δραστηριότητα αυτή έχει προκαλέσει έντονες πολιτικές αντιδράσεις, ιδιαίτερα στις σχέσεις Ελλάδας και Ουκρανίας. Αρκετές ελληνικές ναυτιλιακές εταιρείες, μεταξύ των οποίων και η Dynacom, είχαν συμπεριληφθεί το 2023 από την Εθνική Υπηρεσία Πρόληψης Διαφθοράς της Ουκρανίας στη λίστα των «διεθνών χορηγών πολέμου», εξαιτίας της συμμετοχής τους στη μεταφορά ρωσικού πετρελαίου. Οι εταιρείες αφαιρέθηκαν αργότερα από τη λίστα μετά από διπλωματικές πιέσεις της Αθήνας.

Παρά την πολιτική κριτική, οι ελληνικές εταιρείες εξακολουθούν να διαδραματίζουν δυσανάλογα μεγάλο ρόλο στις ρωσικές εξαγωγές πετρελαίου. Σύμφωνα με στοιχεία των εταιρειών ναυτιλιακής ανάλυσης Windward και Vortexa, σχεδόν το 15% των θαλάσσιων εξαγωγών ρωσικού αργού τον Μάιο μεταφέρθηκε από ελληνόκτητα πλοία.

«Υπάρχουν χρήματα σε αυτή την αγορά και κανείς άλλος δεν είναι διατεθειμένος να αναλάβει αυτόν τον κίνδυνο», ανέφερε στους Financial Times η αναλύτρια ναυτιλίας Michelle Wiese Bockmann, εξηγώντας ότι οι Έλληνες πλοιοκτήτες εμφανίζονται πρόθυμοι να δραστηριοποιηθούν σε αγορές όπου υπάρχουν αυξημένες αποδόσεις, παρά τους νομικούς, πολιτικούς και reputational κινδύνους.

Πολιτικές αντιδράσεις

Η ελληνική ναυτιλία έχει διαχρονικά τη φήμη ενός κλάδου που αναλαμβάνει υψηλότερο επιχειρηματικό ρίσκο όταν οι συνθήκες της αγοράς το επιτρέπουν. Η Dynacom, μάλιστα, παραμένει μία από τις πιο ενεργές εταιρείες δεξαμενόπλοιων που διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ μετά την πρόσφατη ένταση στον Περσικό Κόλπο, επιβεβαιώνοντας την τάση του ελληνικού εφοπλισμού να δραστηριοποιείται σε περιοχές όπου οι ναύλοι αυξάνονται λόγω γεωπολιτικών κινδύνων.

Ναυλομεσίτες που γνωρίζουν την αγορά υποστηρίζουν ότι οι ναυλωτές πληρώνουν συνήθως 30% έως 40% υψηλότερους ναύλους για τη μεταφορά ρωσικού αργού σε σχέση με αντίστοιχα φορτία από χώρες που δεν υπόκεινται σε δυτικές κυρώσεις. Η διαφορά αυτή αντανακλά το πρόσθετο κόστος ελέγχων, τις δυσκολίες στην ασφάλιση και τους αυξημένους κινδύνους για τη φήμη των εταιρειών.

Η ανάλυση των Financial Times βασίστηκε σε στοιχεία ναύλων της Argus Media, δεδομένα κίνησης πλοίων από την Kpler και αρχεία ιδιοκτησίας του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού. Οι υπολογισμοί αφορούν περίπου 389 εκατ. βαρέλια ρωσικού πετρελαίου που μεταφέρθηκαν σε διαδρομές για τις οποίες υπήρχαν διαθέσιμες εκτιμήσεις ναύλων, ενώ δεν περιλαμβάνονται επιπλέον 153 εκατ. βαρέλια για τα οποία δεν υπήρχαν αντίστοιχα δεδομένα.

Από τις 20 ναυτιλιακές εταιρείες με τα υψηλότερα έσοδα από τη μεταφορά ρωσικού αργού μετά τον Ιούνιο του 2023, οι οκτώ είναι ελληνικές. Οι υπόλοιπες είναι κυρίως ρωσικές κρατικές εταιρείες, όπως η Sovcomflot και η Rosnefteflot, ή θυγατρικές τους, ενώ η μόνη σημαντική εξαίρεση αποτελεί η εταιρεία διαχείρισης πλοίων Prominent με έδρα το Χονγκ Κονγκ.

Η υπόθεση αυτή αναδεικνύει και μια ευρύτερη αντίφαση του διεθνούς συστήματος κυρώσεων, όπου οι διακηρύξεις για οικονομική πίεση προς τη Ρωσία συνυπάρχουν με τη συνέχιση μιας επιχειρηματικής δραστηριότητας που εξασφαλίζει σημαντικά κέρδη σε τμήματα του παγκόσμιου ναυτιλιακού κεφαλαίου. Την ίδια στιγμή που ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται με τεράστιο ανθρώπινο κόστος, οι ενεργειακές ροές και τα κέρδη από αυτές εξακολουθούν να διατηρούνται σε μεγάλο βαθμό απρόσβλητα, αποκαλύπτοντας τα όρια μιας πολιτικής που επιχειρεί να συνδυάσει γεωπολιτικές πιέσεις με την απρόσκοπτη λειτουργία των αγορών. Συμπερασματικά, το ζήτημα δεν αφορά μόνο τη Ρωσία ή τις συγκεκριμένες εταιρείες, αλλά έναν ολόκληρο μηχανισμό στον οποίο οι ανταγωνισμοί των κρατών και τα συμφέροντα των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων συχνά υπερισχύουν της ανάγκης για ειρήνη και προστασία των κοινωνιών που πληρώνουν το κόστος των πολέμων. Τα δισεκατομμύρια που συνεχίζουν να κινούνται γύρω από το πετρέλαιο λειτουργούν ως υπενθύμιση ότι πίσω από τις επίσημες διακηρύξεις περί κυρώσεων και διεθνούς δικαίου παραμένει ένας παγκόσμιος ενεργειακός και οικονομικός μηχανισμός που μπορεί να προσαρμόζεται, ακόμη και μέσα στις συνθήκες μιας πολεμικής σύγκρουσης.

About The Author

Αφήστε μια απάντηση

Share via
Copy link