Την έντονη ανησυχία του για την πορεία του κλάδου των παραγωγών στις λαϊκές αγορές εξέφρασε ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Παραγωγών Λαϊκών Αγορών Θεσσαλίας, Απόστολος Τσακανίκας, μιλώντας στην ΕΡΤ Βόλου. Όπως ανέφερε, οι παραγωγοί βρίσκονται αντιμέτωποι με μια διαρκή συρρίκνωση, την αύξηση του κόστους παραγωγής και την απουσία κινήτρων που θα μπορούσαν να προσελκύσουν νέους ανθρώπους στην πρωτογενή παραγωγή.
Σύμφωνα με τον κ. Τσακανίκα, η μειωμένη κίνηση στις λαϊκές αγορές κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού αποτελεί ένα υπαρκτό πρόβλημα, όμως δεν είναι η βασική αιτία της κρίσης που αντιμετωπίζει ο κλάδος. Όπως υπογράμμισε, η μεγαλύτερη δυσκολία προκύπτει από τη γενικότερη οικονομική πίεση που δέχονται τόσο οι καταναλωτές όσο και οι ίδιοι οι παραγωγοί. Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι η εικόνα που παρουσίασε για τη Μαγνησία, όπου, όπως ανέφερε, ο αριθμός των παραγωγών έχει μειωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Από περίπου 250 επαγγελματίες που δραστηριοποιούνταν παλαιότερα στις λαϊκές αγορές, σήμερα έχουν απομείνει περίπου 120, ενώ από το 2021 μέχρι σήμερα, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν έχει ενταχθεί ουσιαστικά κανένας νέος παραγωγός στον χώρο.
Ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας απέδωσε τη συνεχιζόμενη αποχώρηση παραγωγών κυρίως στην εκτόξευση του κόστους, που περιλαμβάνει τα καύσιμα, την ηλεκτρική ενέργεια, τα αγροεφόδια και συνολικά τα έξοδα καλλιέργειας. Παράλληλα, σημείωσε ότι έχουν προστεθεί και νέες λειτουργικές επιβαρύνσεις για τους επαγγελματίες, όπως οι ταμειακές μηχανές, οι τραπεζικές προμήθειες, οι υπηρεσίες πληρωμών, οι λογιστές και οι συνδέσεις διαδικτύου. «Προχθές ένας νέος παραγωγός σταμάτησε και έπιασε δουλειά σε εργοστάσιο. Δεν μπορεί πλέον να ζήσει από τη γη», ανέφερε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι η εγκατάλειψη του επαγγέλματος αφορά κυρίως τις νεότερες ηλικίες, οι οποίες δυσκολεύονται να δουν προοπτική στον πρωτογενή τομέα.
Αναφερόμενος στις πρόσφατες αλλαγές στο θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας των λαϊκών αγορών, ο κ. Τσακανίκας υποστήριξε ότι, παρά τις βελτιώσεις, η διαδικασία παραμένει ιδιαίτερα γραφειοκρατική. Όπως ανέφερε, οι παραγωγοί ζητούν ένα πιο άμεσο σύστημα, ώστε όσοι διαθέτουν τα απαραίτητα δικαιολογητικά να μπορούν να αποκτούν άδεια συμμετοχής χωρίς πολύχρονες διαδικασίες και προκηρύξεις, οι οποίες, όπως σημείωσε, είναι περισσότερο προσαρμοσμένες στις ανάγκες των μεγάλων αστικών κέντρων και όχι της περιφέρειας.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στη διαμόρφωση των τιμών των προϊόντων, εξηγώντας ότι ειδικά τα κηπευτικά επηρεάζονται άμεσα από την προσφορά και τη ζήτηση, καθώς δεν μπορούν να αποθηκευτούν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ανέφερε τις ντομάτες, οι οποίες το Πάσχα είχαν φτάσει ακόμη και τα 4 ευρώ το κιλό, ενώ σήμερα στις λαϊκές αγορές πωλούνται σε τιμές που κυμαίνονται ακόμη και από 0,80 έως 1 ευρώ το κιλό.
Ως βασική προϋπόθεση για την επιβίωση του κλάδου, ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας έθεσε τη μείωση του κόστους παραγωγής. Μεταξύ άλλων, πρότεινε μηδενικό ΦΠΑ στα λαχανικά, όπως ισχύει στην Κύπρο, καθώς και την εφαρμογή αφορολόγητου αγροτικού πετρελαίου, στα πρότυπα άλλων ευρωπαϊκών χωρών. «Αν δεν στηριχθεί ο πρωτογενής τομέας, δεν θα υπάρχουν νέοι παραγωγοί. Χρειάζεται να διατηρήσουμε την αυτάρκεια της χώρας και να συνεχίσουμε να προσφέρουμε φρέσκα, ποιοτικά και προσιτά ελληνικά προϊόντα στους καταναλωτές», κατέληξε ο Απόστολος Τσακανίκας.
