Στις 21 Ιουλίου 1928 σίγησε η φωνή του Κώστα Καρυωτάκη, ενός από τους σπουδαιότερους ποιητές της νεοελληνικής λογοτεχνίας, του ανθρώπου που κατόρθωσε να μετατρέψει τη βαθιά προσωπική αγωνία, την ειρωνεία απέναντι στην κοινωνική υποκρισία και τη διάψευση μιας ολόκληρης εποχής σε ποίηση διαχρονική, επηρεάζοντας όσο λίγοι την εξέλιξη της ελληνικής γραμματείας και αφήνοντας ανεξίτηλο το αποτύπωμά του στις επόμενες γενιές δημιουργών.
Γεννημένος στην Τρίπολη στις 30 Οκτωβρίου 1896, γιος του νομομηχανικού Γεωργίου Καρυωτάκη και της Κατήγκως Σκάγιαννη, μεγάλωσε μέσα σε μια οικογένεια που αναγκαζόταν διαρκώς να μετακινείται εξαιτίας των υπηρεσιακών μεταθέσεων του πατέρα του. Η Λευκάδα, η Πάτρα, η Λάρισα, η Καλαμάτα, το Αργοστόλι, η Αθήνα και κυρίως τα Χανιά αποτέλεσαν σταθμούς της παιδικής και εφηβικής του ηλικίας, διαμορφώνοντας έναν χαρακτήρα που από πολύ νωρίς έμαθε να ζει ως παρατηρητής, να αισθάνεται τη μοναξιά της συνεχούς μετακίνησης και να αναζητά καταφύγιο στον εσωτερικό του κόσμο. Στα Χανιά, όπου ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές, γνώρισε και τον πρώτο μεγάλο του έρωτα, την Άννα Σκορδύλη, μια σχέση που θα τον σημαδέψει βαθιά και θα επιστρέφει υπόγεια στην ποίησή του.

Το 1914 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα για να σπουδάσει στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, από την οποία αποφοίτησε το 1917 με βαθμό «λίαν καλώς». Αν και απέκτησε άδεια άσκησης δικηγορίας, η αδυναμία να σταδιοδρομήσει στο επάγγελμα τον οδήγησε στο Δημόσιο, όπου υπηρέτησε σε διάφορες νομαρχίες και υπηρεσίες. Η δημόσια διοίκηση, με την ασφυκτική γραφειοκρατία, την αυθαιρεσία και τις συνεχείς μεταθέσεις, αποτέλεσε γι’ αυτόν πηγή βαθιάς απογοήτευσης αλλά και έμπνευσης. Ο Καρυωτάκης δεν υπήρξε ο αδιάφορος υπάλληλος που παρουσιάστηκε συχνά από μεταγενέστερες βιογραφίες· αντίθετα, συμμετείχε ενεργά στον συνδικαλισμό των δημοσίων υπαλλήλων, υπήρξε γενικός γραμματέας της Ένωσής τους και συγκρούστηκε με την κρατική εξουσία, γεγονός που φαίνεται πως συνέβαλε και στις δυσμενείς μεταθέσεις που ακολούθησαν.
Η λογοτεχνική του πορεία ξεκίνησε ουσιαστικά το 1919 με την έκδοση της συλλογής «Ο Πόνος του Ανθρώπου και των Πραμάτων», η οποία αντιμετωπίστηκε μάλλον επιφυλακτικά από την κριτική της εποχής, καθώς η γραφή του απείχε αισθητά από τον κυρίαρχο λυρισμό. Την ίδια χρονιά εξέδωσε το σατιρικό περιοδικό «Η Γάμπα», που λογοκρίθηκε και σταμάτησε έπειτα από μόλις έξι τεύχη. Ακολούθησαν τα «Νηπενθή» το 1921 και, το 1927, οι περίφημες «Ελεγεία και Σάτιρες», έργο που θεωρείται σήμερα ένα από τα κορυφαία επιτεύγματα της νεοελληνικής ποίησης. Με σαρκασμό, ειρωνεία, βαθιά κοινωνική ευαισθησία και έναν πρωτόγνωρο υπαρξιακό τόνο, ο Καρυωτάκης απομάκρυνε την ελληνική ποίηση από τον ρομαντικό συναισθηματισμό και εισήγαγε στοιχεία του ευρωπαϊκού μοντερνισμού, ανοίγοντας τον δρόμο σε δημιουργούς όπως ο Σεφέρης, ο Ρίτσος, ο Βρεττάκος και πολλοί ακόμη.

Σημαντικό κεφάλαιο της ζωής του υπήρξε η σχέση του με τη Μαρία Πολυδούρη, μία από τις σημαντικότερες ποιήτριες του Μεσοπολέμου. Οι δύο νέοι γνωρίστηκαν στη Νομαρχία Αττικής και ανέπτυξαν έναν έντονο δεσμό, που όμως δεν κατέληξε ποτέ σε κοινή ζωή. Ο Καρυωτάκης, έχοντας πληροφορηθεί ότι έπασχε από σύφιλη -μια ασθένεια που την εποχή εκείνη δεν θεραπευόταν και συνοδευόταν από βαρύ κοινωνικό στίγμα και τον φόβο της ψυχικής κατάρρευσης στα τελικά στάδια- αρνήθηκε την πρόταση γάμου της Πολυδούρη, θεωρώντας ότι δεν είχε δικαίωμα να τη σύρει στη δική του τραγική μοίρα. Η ασθένεια αυτή, που για δεκαετίες αποσιωπήθηκε ή υποβαθμίστηκε από αρκετούς βιογράφους, φαίνεται πως επηρέασε βαθιά την ψυχολογία και την ποιητική του διαδρομή, πολύ περισσότερο ίσως από ό,τι οι μεταθέσεις ή οι προσωπικές απογοητεύσεις.
Το καλοκαίρι του 1928, ύστερα από νέα δυσμενή μετάθεση, βρέθηκε στην Πρέβεζα, μια πόλη που ο ίδιος περιέγραψε μέσα από επιστολές του ως έναν τόπο ασφυξίας, πλήξης και αδράνειας. Ωστόσο, η ερμηνεία ότι η αυτοκτονία του οφειλόταν αποκλειστικά στη μετάθεση αυτή θεωρείται σήμερα υπεραπλουστευτική. Η ψυχική και σωματική δοκιμασία που βίωνε, η επίγνωση της εξέλιξης της ασθένειάς του, οι υπαρξιακές του αναζητήσεις και η αίσθηση ότι οδηγούνταν αναπόφευκτα σε μια πορεία χωρίς επιστροφή συνθέτουν ένα πολύ πιο σύνθετο και τραγικό ανθρώπινο δράμα.
Στις 20 Ιουλίου 1928 επιχείρησε αρχικά να δώσει τέλος στη ζωή του προσπαθώντας επί ώρες να πνιγεί στη θάλασσα του Μονολιθίου, όμως δεν τα κατάφερε. Την επόμενη ημέρα, 21 Ιουλίου, αγόρασε ένα περίστροφο, κάθισε για ώρες μόνος του σε ένα παραθαλάσσιο καφενείο και στη συνέχεια περπάτησε έως την παραλία του Αγίου Σπυρίδωνα, όπου, κάτω από έναν ευκάλυπτο, αυτοπυροβολήθηκε στην καρδιά. Ήταν μόλις 32 ετών.
Στην τσέπη του βρέθηκε η περίφημη αποχαιρετιστήρια επιστολή του, ένα από τα πιο συγκλονιστικά κείμενα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, όπου δεν περιορίζεται σε μια προσωπική εξομολόγηση, αλλά επιχειρεί έναν βαθύ στοχασμό πάνω στην ανθρώπινη ύπαρξη, στη ματαιότητα, στην αγωνία και στην αδυναμία προσαρμογής σε μια πραγματικότητα που του ήταν διαρκώς αποκρουστική. Το υστερόγραφό του, με την πικρή ειρωνεία για την αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας διά πνιγμού, αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της ιδιότυπης σαρκαστικής του γραφής, η οποία επιβιώνει ακόμη και μπροστά στον θάνατο.

Για πολλά χρόνια, η αυτοκτονία του χρησιμοποιήθηκε ως το βασικό ερμηνευτικό κλειδί του έργου του και δημιούργησε το λεγόμενο «καρυωτακισμό», ένα ολόκληρο λογοτεχνικό ρεύμα που συχνά μιμήθηκε επιφανειακά τη μελαγχολία του, χωρίς να κατανοήσει το βάθος της κοινωνικής και υπαρξιακής του κριτικής. Παράλληλα, αρκετές βιογραφικές προσεγγίσεις παρουσίασαν τον ποιητή ως έναν σχεδόν παθολογικό απαισιόδοξο ή έναν άνθρωπο αποκομμένο από τη ζωή, αποσιωπώντας την κοινωνική του δράση, τη συνδικαλιστική του παρουσία, την ευφυΐα, το χιούμορ και την έντονη κριτική του στάση απέναντι στην κρατική αυθαιρεσία και τη μικροαστική ηθική της εποχής.
Σήμερα, σχεδόν έναν αιώνα μετά τον θάνατό του, ο Κώστας Καρυωτάκης αναγνωρίζεται όχι μόνο ως ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές του 20ού αιώνα, αλλά και ως ένας δημιουργός που κατόρθωσε να εκφράσει με σπάνια ειλικρίνεια το αίσθημα της αλλοτρίωσης, της κοινωνικής αποξένωσης και της υπαρξιακής αγωνίας του σύγχρονου ανθρώπου. Τα ποιήματά του, απαλλαγμένα από κάθε ρητορεία και εξιδανίκευση, παραμένουν εντυπωσιακά επίκαιρα, ενώ έχουν μεταφραστεί σε δεκάδες γλώσσες και μελοποιηθεί από σημαντικούς Έλληνες συνθέτες, συνεχίζοντας να συνομιλούν με κάθε νέα γενιά αναγνωστών που αναζητά στη λογοτεχνία όχι εύκολες παρηγοριές, αλλά την αλήθεια της ανθρώπινης εμπειρίας.
(Πηγές: Σαν Σήμερα, Βικιπαίδεια, Ατέχνως – Γιατί αυτοκτόνησε ο Καρυωτάκης;)
Ειρηναίος Μαράκης,
για την Viral Greece
