Στις 23 Ιουλίου 1888 γεννήθηκε στο Σικάγο ο Ρέιμοντ Θόρντον Τσάντλερ (Raymond Thornton Chandler), ένας από τους κορυφαίους και δημοφιλέστερους συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας όλων των εποχών, ο άνθρωπος που αναμόρφωσε το hardboiled μυθιστόρημα και χάρισε στον κόσμο έναν από τους πιο εμβληματικούς λογοτεχνικούς ήρωες, τον ιδιωτικό ντετέκτιβ Φίλιπ Μάρλοου. Μέσα από τις σελίδες των έργων του προβάλλει ένας φτωχός αλλά τίμιος ιδεαλιστής, που κινείται σε μια κοινωνία διαφθοράς, συμφερόντων και βίας, παραμένοντας πιστός στον προσωπικό του κώδικα τιμής.
Ο Ρέιμοντ Τσάντλερ γεννήθηκε σε μια οικογένεια που διαλύθηκε νωρίς, καθώς ο πατέρας του, πολιτικός μηχανικός με πρόβλημα αλκοολισμού, εγκατέλειψε τη σύζυγο και το παιδί του. Από το 1896 έως το 1912 έζησε στην Αγγλία μαζί με την αγγλοϊρλανδή μητέρα του, όπου φοίτησε στο περίφημο Dulwich College και συνέχισε τις σπουδές του στη Γαλλία και τη Γερμανία. Εργάστηκε αρχικά ως υπάλληλος στο Βρετανικό Ναυαρχείο και στη συνέχεια ως δημοσιογράφος στα έντυπα Academy και Westminster Gazette, πριν επιστρέψει το 1912 στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η συγγραφή δεν υπήρξε η πρώτη του επαγγελματική επιλογή. Μετά από χρόνια εργασίας στον επιχειρηματικό κόσμο και αφού έχασε τη θέση του ως υψηλόβαθμο στέλεχος πετρελαϊκής εταιρείας κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης, στράφηκε, σε ηλικία 44 ετών, στη συγγραφή αστυνομικών ιστοριών για το θρυλικό περιοδικό Black Mask. Το πρώτο του διήγημα, «Blackmailers Don’t Shoot», δημοσιεύθηκε το 1933 και αποτέλεσε την αφετηρία μιας πορείας που έμελλε να αλλάξει την ιστορία του είδους.
Το 1939 κυκλοφόρησε το πρώτο του μυθιστόρημα, «Ο Μεγάλος Ύπνος» (The Big Sleep), με πρωταγωνιστή τον Φίλιπ Μάρλοου, εγκαινιάζοντας μια σειρά έργων που θεωρούνται σήμερα κλασικά, όπως τα «Farewell, My Lovely», «The High Window», «The Lady in the Lake», «The Little Sister», «The Long Goodbye» και «Playback». Τα περισσότερα μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο, ενώ ο ίδιος εργάστηκε και ως σεναριογράφος, συνυπογράφοντας μεταξύ άλλων τα εμβληματικά φιλμ νουάρ «Double Indemnity» του Μπίλι Γουάιλντερ, «The Blue Dahlia» και «Strangers on a Train» του Άλφρεντ Χίτσκοκ, αποσπώντας δύο υποψηφιότητες για Όσκαρ.
Η επίδραση του Τσάντλερ ξεπέρασε τα όρια της αστυνομικής λογοτεχνίας. Θεωρείται, μαζί με τον Ντάσιελ Χάμετ και τον Τζέιμς Μ. Κέιν, θεμελιωτής της σχολής του hardboiled μυθιστορήματος, ενώ το δοκίμιό του «The Simple Art of Murder» εξακολουθεί να αποτελεί σημείο αναφοράς για τη θεωρία του αστυνομικού αφηγήματος. Με τη λιτή αλλά βαθιά ποιητική γραφή του, τους κοφτούς διαλόγους, τις χαρακτηριστικές μεταφορές και τους σύνθετους χαρακτήρες του, επηρέασε γενιές συγγραφέων και καθόρισε τη μορφή του σύγχρονου ντετέκτιβ στη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο.
Ο Ρέιμοντ Τσάντλερ πέθανε στις 26 Μαρτίου 1959, αφήνοντας πίσω του μόλις επτά ολοκληρωμένα μυθιστορήματα, αλλά μια κληρονομιά δυσανάλογα μεγαλύτερη από τον όγκο του έργου του. Ο Φίλιπ Μάρλοου εξακολουθεί να αποτελεί το απόλυτο αρχέτυπο του ιδιωτικού ντετέκτιβ και ο ίδιος παραμένει ένας από τους ελάχιστους συγγραφείς που απέδειξαν ότι η αστυνομική λογοτεχνία μπορεί να συνδυάζει τη συναρπαστική αφήγηση με την υψηλή λογοτεχνική αξία.
