Στις 23 Ιουλίου 2019 έφυγε από τη ζωή ο Σταύρος Τσιώλης, ένας από τους πιο ξεχωριστούς και ιδιοσυγκρασιακούς δημιουργούς του ελληνικού κινηματογράφου. Σκηνοθέτης, σεναριογράφος, θεατρικός συγγραφέας και στιχουργός, άφησε πίσω του ένα έργο που κινήθηκε ανάμεσα σε δύο διαφορετικές εποχές του ελληνικού σινεμά: από τον λεγόμενο Παλαιό Εμπορικό Κινηματογράφο, όπου εργάστηκε από το 1958 έως το 1973, μέχρι τον Νέο Ελληνικό Κινηματογράφο, στον οποίο επέστρεψε το 1985 με μια εντελώς προσωπική κινηματογραφική γλώσσα.
Γεννήθηκε στις 6 Οκτωβρίου 1937 στην Τρίπολη της Αρκαδίας και σπούδασε κινηματογράφο στη Σχολή Σταυράκου στην Αθήνα. Από το 1958 εργάστηκε ως βοηθός σκηνοθέτη σε δεκάδες ταινίες, πριν περάσει στη σκηνοθεσία. Η πρώτη του ταινία ήταν ο «Μικρός δραπέτης» (1968), σε δικό του σενάριο, για τη Φίνος Φιλμ, ενώ ακολούθησαν ο «Πανικός» (1969) και η «Ζούγκλα των Πόλεων» (1969). Το 1970 σκηνοθέτησε την «Κατάχρησις Εξουσίας», ένα αστυνομικό δράμα σε σενάριο Νίκου Φώσκολου, με πρωταγωνιστές τον Νίκο Κούρκουλο, την Μπέτυ Λιβανού και τον Μάνο Κατράκη, ταινία που γνώρισε μεγάλη εμπορική επιτυχία και διεθνή πορεία.
Μετά την ταινία «Θέμα Συνειδήσεως» (1973), για την οποία έγραψε το σενάριο με το ψευδώνυμο Διονύσης Φωκάς, απομακρύνθηκε από τον κινηματογράφο για δώδεκα χρόνια. Η επιστροφή του το 1985 σηματοδότησε μια νέα περίοδο δημιουργίας, όπου ο Τσιώλης εγκατέλειψε τις συμβάσεις του εμπορικού κινηματογράφου και δημιούργησε ένα εντελώς προσωπικό ύφος, γεμάτο ανθρωπιά, λεπτό χιούμορ, λαϊκή σοφία και μια βαθιά κατανόηση των ανθρώπων της καθημερινότητας.
Οι ταινίες του αυτής της περιόδου, όπως «Μια τόσο μακρινή απουσία», «Ακατανίκητοι εραστές», «Παρακαλώ, γυναίκες, μην κλαίτε», «Ας περιμένουν οι γυναίκες» και «Γυναίκες που περάσατε από εδώ», έγιναν σημείο αναφοράς για έναν διαφορετικό τρόπο αφήγησης στο ελληνικό σινεμά. Με επιρροές από τον ιταλικό νεορεαλισμό και τον «Δον Κιχώτη» του Θερβάντες, ο Τσιώλης δημιούργησε έναν κόσμο όπου οι μικρές ιστορίες, οι αντρικές παρέες, οι γυναικείες παρουσίες, οι λαϊκοί μύθοι και οι καθημερινές περιπλανήσεις αποκτούσαν μια σχεδόν ποιητική διάσταση.
Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του έργου του υπήρξαν οι αυτοσχεδιαστικοί διάλογοι, η χρήση ερασιτεχνών ηθοποιών, η σύνδεση με τη λαϊκή μουσική και η αγάπη του για το ελληνικό τοπίο, ιδιαίτερα την Αρκαδία. Σε πολλές ταινίες του πρωταγωνιστεί ο Αργύρης Μπακιρτζής των «Χειμερινών Κολυμβητών», η παρουσία του οποίου έγινε συνώνυμη με την ιδιαίτερη κινηματογραφική ματιά του σκηνοθέτη.
Παράλληλα με τον κινηματογράφο, ο Σταύρος Τσιώλης ασχολήθηκε με το θέατρο και τη στιχουργική, γράφοντας θεατρικά έργα όπως «Τα κοκκινομπλέ πατίνια», «Ταξιδεύοντας με τον ΠΑΟΚ, μια ιστορία του Σταθμού Λαρίσης» και «Η πόρτα» ή «Ο σωρός των φασολιών», ενώ έγραψε στίχους για τραγούδια ταινιών του αλλά και για καλλιτέχνες της λαϊκής μουσικής.
Οι ταινίες του προβλήθηκαν σε φεστιβάλ στην Ελλάδα και το εξωτερικό και απέσπασαν σημαντικές διακρίσεις, ενώ η συμμετοχική χρηματοδότηση της τελευταίας του ταινίας «Γυναίκες που περάσατε από εδώ» αποτέλεσε μια ξεχωριστή προσπάθεια ανεξάρτητης δημιουργίας.
Ο Σταύρος Τσιώλης έφυγε από τη ζωή στις 23 Ιουλίου 2019, σε ηλικία 81 ετών. Άφησε πίσω του ένα σινεμά βαθιά ελληνικό, αλλά όχι κλειστό ή αυτάρεσκο· ένα σινεμά που κοίταξε τους ανθρώπους με τρυφερότητα, χιούμορ και κατανόηση, αναζητώντας την ποίηση μέσα στις πιο απλές στιγμές της καθημερινής ζωής.
