Έντονη πολιτική αντιπαράθεση έχει προκαλέσει το οικονομικό πρόγραμμα που παρουσίασε ο Αλέξης Τσίπρας στη Θεσσαλονίκη, με το κυβερνητικό οικονομικό επιτελείο να υπολογίζει ότι το κόστος των εξαγγελιών πλησιάζει τα 13 δισ. ευρώ κατά το έτος πλήρους εφαρμογής τους.
Η κυβέρνηση χρησιμοποίησε τη φράση «χάσαμε τον λογαριασμό» για να αμφισβητήσει τη δημοσιονομική βιωσιμότητα του προγράμματος. Αυτό, ωστόσο, αποτελεί πολιτική αξιολόγηση και δεν σημαίνει ότι 13 δισ. ευρώ έχουν ήδη δαπανηθεί, χαθεί ή προστεθεί στο δημόσιο χρέος. Το ποσό είναι μία εκτίμηση για το τι θα μπορούσαν να κοστίσουν οι προτάσεις εάν εφαρμόζονταν με τις παραδοχές που χρησιμοποίησε το Υπουργείο Οικονομικών.
Σύμφωνα με την κυβερνητική ανάλυση, οι παρεμβάσεις μόνιμου ή επαναλαμβανόμενου χαρακτήρα αντιστοιχούν σε περίπου 10,05 δισ. ευρώ. Σε αυτές προστίθενται εφάπαξ απώλειες φορολογικών εσόδων ύψους περίπου 2,9 δισ. ευρώ, ανεβάζοντας το συνολικό ποσό κοντά στα 12,95 δισ. ευρώ.
Στις μεγαλύτερες παρεμβάσεις περιλαμβάνονται η μείωση του ΦΠΑ στο 6% για βασικά είδη διατροφής και υγιεινής, την οποία η κυβέρνηση κοστολογεί σε 1,8 δισ. ευρώ τον χρόνο, και το πρόγραμμα δημιουργίας 50.000 προσιτών κατοικιών, με εκτιμώμενη δαπάνη 1,5 δισ. ευρώ ετησίως για τέσσερα χρόνια.
Το οικονομικό επιτελείο υπολογίζει επίσης 1,5 δισ. ευρώ ετησίως για το Εθνικό Ταμείο Σύγκλισης, 1 δισ. ευρώ από τον διπλασιασμό της έκπτωσης φόρου για οικογένειες με παιδιά και 800 εκατ. ευρώ για την αύξηση των αποδοχών των εκπαιδευτικών.
Η πρόσληψη 30.000 εκπαιδευτικών εκτιμάται ότι θα κοστίζει 570 εκατ. ευρώ τον χρόνο, οι αυξήσεις σε γιατρούς, νοσηλευτές και παραϊατρικό προσωπικό 630 εκατ. ευρώ και οι φοιτητικές υποτροφίες των 500 ευρώ τον μήνα για 80.000 δικαιούχους περίπου 400 εκατ. ευρώ.
Στον υπολογισμό περιλαμβάνονται ακόμη η δωρεάν χρήση των Μέσων Μαζικής Μεταφοράς από τους κατοίκους Αθήνας και Θεσσαλονίκης, η κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος για τα νομικά πρόσωπα, η απόδοση του τέλους ανθεκτικότητας στους δήμους, η αύξηση των πόρων του Πράσινου Ταμείου και ένα νέο πρόγραμμα «Φιλόδημος».
Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι στο ποσό των 13 δισ. ευρώ προσμετρώνται και δύο εφάπαξ φορολογικές επιβαρύνσεις για τον προϋπολογισμό: 800 εκατ. ευρώ από την κατάργηση της προκαταβολής φόρου στις ατομικές επιχειρήσεις και 2,1 δισ. ευρώ από τη μείωσή της για τα νομικά πρόσωπα. Επομένως, ακόμη και με βάση την κυβερνητική μέθοδο, το σύνολο δεν αποτελεί απαραίτητα μία μόνιμη δαπάνη που θα επαναλαμβάνεται αυτούσια κάθε χρόνο. Η αναλυτική κυβερνητική κοστολόγηση
Το Υπουργείο Οικονομικών υποστηρίζει ότι από την κοστολόγηση απουσιάζουν και ορισμένες εξαγγελίες των οποίων οι όροι δεν έχουν εξειδικευτεί. Μεταξύ αυτών βρίσκονται η εγγυημένη ποσότητα ενέργειας σε σταθερή και προσιτή τιμή για κάθε νοικοκυριό, το μεταφορικό ισοδύναμο για τη νησιωτικότητα, η φροντίδα για 140.000 ανθρώπους με άνοια, η απαλλαγή συνταξιούχων από τη συμμετοχή στα φάρμακα και το ψηφιακό πορτοφόλι πολιτισμού.
Το κόστος αυτών των παρεμβάσεων δεν μπορεί να προσδιοριστεί χωρίς αναλυτικά στοιχεία για τα κριτήρια των δικαιούχων, το ύψος της ενίσχυσης, τη διάρκεια εφαρμογής και τις πηγές χρηματοδότησης. Δεν είναι, συνεπώς, ακριβές να παρουσιάζονται ως ήδη μετρημένες δαπάνες που προστίθενται αυτομάτως στον προϋπολογισμό.
Η πλευρά του Αλέξη Τσίπρα απορρίπτει τον κυβερνητικό υπολογισμό. Σύμφωνα με τη δική της παρουσίαση, το πρόγραμμα για την τετραετία 2027-2030 έχει μικτό κόστος 7,39 δισ. ευρώ, μόνιμα νέα έσοδα 1,92 δισ. ευρώ και καθαρή δαπάνη 5,47 δισ. ευρώ. Επικαλείται, επίσης, διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο 5,60 δισ. ευρώ και πρόσθετα έσοδα από την προτεινόμενη «Πατριωτική Εισφορά» και τη φορολόγηση μερισμάτων και τραπεζικών κερδών. Η κοστολόγηση του προγράμματος της ΕΛ.Α.Σ.
Η μεγάλη απόσταση ανάμεσα στα 13 δισ. της κυβέρνησης και στα 5,47 δισ. καθαρής δαπάνης της ΕΛ.Α.Σ.οφείλεται στις διαφορετικές χρονικές περιόδους, στην αντιμετώπιση των εφάπαξ μέτρων, στον τρόπο καταγραφής επενδύσεων και δανείων και στην αποδοχή ή μη των προβλεπόμενων νέων εσόδων.
Η επίπτωση στον προϋπολογισμό δεν εξαρτάται μόνο από το ταμειακό κόστος. Οι νέοι ευρωπαϊκοί κανόνες εξετάζουν και την πορεία των καθαρών πρωτογενών δαπανών σε σχέση με το εγκεκριμένο μεσοπρόθεσμο σχέδιο κάθε χώρας. Επομένως, ένα μέτρο μπορεί να διαθέτει πηγή χρηματοδότησης, αλλά να χρειάζεται και πάλι προσαρμογή για να χωρέσει μέσα στο συμφωνημένο όριο δαπανών. Ευρωπαϊκή Επιτροπή – Δημοσιονομικό πλαίσιο
Η ουσιαστική αποτίμηση απαιτεί έναν ενιαίο πίνακα όπου για κάθε μέτρο θα αναγράφονται το μικτό και καθαρό κόστος, η διάρκεια, οι δικαιούχοι, η πηγή χρηματοδότησης και η επίδραση στις καθαρές δαπάνες. Μέχρι να υπάρξει ανεξάρτητη αξιολόγηση με κοινές παραδοχές, το ετήσιο κόστος μέτρων των 13 δισ. ευρώ πρέπει να παρουσιάζεται ως κυβερνητική εκτίμηση και όχι ως οριστικό δημοσιονομικό δεδομένο.

