Σε υψηλούς τόνους απάντησε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης στο οικονομικό πρόγραμμα που παρουσίασε ο Αλέξης Τσίπρας στη Θεσσαλονίκη, υποστηρίζοντας ότι οι εξαγγελίες του δημιουργούν ετήσιο δημοσιονομικό κόστος περίπου 13 δισ. ευρώ.
Ο Παύλος Μαρινάκης κατηγόρησε τον πρόεδρο της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης ότι επαναφέρει υποσχέσεις χωρίς ασφαλή χρηματοδότηση και δήλωσε χαρακτηριστικά πως «πρόσθεσε 13 δισ. στον λογαριασμό και τίναξε την μπάνκα στον αέρα». Παράλληλα, συνέδεσε τις προτάσεις με τη φορολογική επιβάρυνση της μεσαίας τάξης κατά την περίοδο της προηγούμενης διακυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα.
Ο αριθμός των 13 δισ. ευρώ, ωστόσο, δεν αποτελεί ανεξάρτητη ή κοινά αποδεκτή κοστολόγηση. Πρόκειται για υπολογισμό του κυβερνητικού οικονομικού επιτελείου, ο οποίος αμφισβητείται από την ΕΛ.Α.Σ. Η αντιπαράθεση αφορά όχι μόνο τα ποσά, αλλά και το εάν διαφορετικές κατηγορίες δαπανών, επενδύσεων, δανείων και φορολογικών εσόδων έχουν υπολογιστεί με συγκρίσιμο τρόπο.
Στην κυβερνητική εκτίμηση περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, ετήσιο κόστος 630 εκατ. ευρώ για αυξήσεις σε γιατρούς και νοσηλευτές, 800 εκατ. ευρώ για αυξήσεις στους εκπαιδευτικούς, 570 εκατ. ευρώ για την πρόσληψη 30.000 εκπαιδευτικών και 1,8 δισ. ευρώ από τη μείωση του ΦΠΑ στο 6% για βασικά είδη διατροφής και υγιεινής.
Υπολογίζονται επίσης 400 εκατ. ευρώ τον χρόνο για φοιτητικές υποτροφίες, 200 εκατ. ευρώ για δωρεάν μετακινήσεις στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη και 1,5 δισ. ευρώ ετησίως για τη δημιουργία 50.000 προσιτών κατοικιών. Στον ίδιο υπολογισμό έχουν ενταχθεί και εφάπαξ απώλειες εσόδων από αλλαγές στην προκαταβολή φόρου επιχειρήσεων.
Η πλευρά του Αλέξη Τσίπρα παρουσιάζει διαφορετική εικόνα. Σύμφωνα με τη δική της κοστολόγηση, το οικονομικό πρόγραμμα για την περίοδο 2027-2030 έχει μικτό κόστος 7,39 δισ. ευρώ σε βάθος τετραετίας. Από το ποσό αυτό αφαιρούνται μόνιμα νέα έσοδα 1,92 δισ. ευρώ, με αποτέλεσμα η καθαρή δαπάνη να περιορίζεται στα 5,47 δισ. ευρώ. Το επιτελείο του επικαλείται διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο 5,60 δισ. ευρώ.
Η ΕΛ.Α.Σ. κατηγορεί την κυβέρνηση ότι προσθέτει δαπάνες τετραετίας, εφάπαξ φορολογικές απώλειες, δάνεια και ανακατανομές πόρων και στη συνέχεια τα εμφανίζει ως ενιαίο ετήσιο κόστος. Υποστηρίζει επίσης ότι δεν συνυπολογίζονται τα προσδοκώμενα έσοδα από την προτεινόμενη «Πατριωτική Εισφορά» στο οικονομικά ισχυρότερο 1%, την αυξημένη φορολόγηση μερισμάτων και την επιβάρυνση των τραπεζικών κερδών.
Κατά συνέπεια, η φράση «13 δισ. στον λογαριασμό» δεν σημαίνει ότι κάθε φορολογούμενος θα κληθεί αυτομάτως να πληρώσει ένα συγκεκριμένο ποσό. Η επίδραση στη μεσαία τάξη θα εξαρτηθεί από το ποια μέτρα θα εφαρμοστούν, ποιοι θα χρηματοδοτήσουν τις νέες παροχές, ποιες φορολογικές ελαφρύνσεις θα θεσπιστούν και εάν θα επιτευχθούν τα προβλεπόμενα έσοδα.
Ορισμένες προτάσεις, όπως η μείωση του ΦΠΑ, η κατάργηση φορολογικών επιβαρύνσεων και οι αυξήσεις μισθών, θα μπορούσαν να ενισχύσουν το διαθέσιμο εισόδημα. Αντίθετα, εάν τα έσοδα δεν επαρκέσουν ή εάν παραβιαστούν τα δημοσιονομικά όρια, θα μπορούσαν να δημιουργηθούν πιέσεις για νέους φόρους, περικοπές ή πρόσθετο δανεισμό. Πρόκειται, όμως, για πιθανά σενάρια και όχι για επιβεβαιωμένη συνέπεια των εξαγγελιών.
Οι ευρωπαϊκοί δημοσιονομικοί κανόνες δεν εξετάζουν μόνο το ύψος του ελλείμματος και του χρέους. Με το νεότερο πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης, ιδιαίτερη σημασία έχει η πορεία των καθαρών πρωτογενών δαπανών που έχει συμφωνηθεί για κάθε κράτος. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και χρηματοδοτούμενες παρεμβάσεις πρέπει να εξεταστούν ως προς τη συμβατότητά τους με το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό σχέδιο της χώρας. Ευρωπαϊκή Επιτροπή – Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης
Το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι, επομένως, ποια πλευρά θα επικρατήσει επικοινωνιακά, αλλά ποια κοστολόγηση βασίζεται σε κοινές παραδοχές και επαληθεύσιμα δεδομένα. Η κυβέρνηση κάλεσε τον Αλέξη Τσίπρα να υποβάλει το πρόγραμμα στο ανεξάρτητο Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο, ενώ η ΕΛ.Α.Σ. δήλωσε ότι αποδέχεται την αξιολόγηση, ζητώντας να εξεταστούν με την ίδια μεθοδολογία και οι κυβερνητικές εξαγγελίες.
Μέχρι να υπάρξει τέτοια ανεξάρτητη αποτίμηση, τόσο τα 13 δισ. ευρώ της κυβέρνησης όσο και τα 5,47 δισ. ευρώ καθαρής δαπάνης της ΕΛ.Α.Σ. πρέπει να παρουσιάζονται ως υπολογισμοί των δύο πολιτικών πλευρών και όχι ως οριστικά δημοσιονομικά δεδομένα.

