Ο Μαλτέζος επιχειρηματίας Γιόργκεν Φένεχ αθωώθηκε από τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε για τη δολοφονία της ερευνητικής δημοσιογράφου Ντάφνι Καρουάνα Γκαλιζία, σε μία απόφαση που προκάλεσε νέες αντιδράσεις και αιτήματα για πλήρη λογοδοσία στη Μάλτα.
Έπειτα από σχεδόν δύο μήνες ακροαματικής διαδικασίας και περίπου οκτώ ώρες διαβουλεύσεων, οι ένορκοι έκριναν τον Φένεχ αθώο με ψήφους 8 προς 1 τόσο για συνέργεια σε ανθρωποκτονία όσο και για συμμετοχή σε εγκληματική συνωμοσία.
Η εισαγγελία υποστήριζε ότι ο 44χρονος επιχειρηματίας είχε οργανώσει και χρηματοδοτήσει τη δολοφονία. Ο ίδιος αρνήθηκε από την πρώτη στιγμή τις κατηγορίες, επιμένοντας ότι δεν είχε διατάξει τον θάνατο της δημοσιογράφου. Η υπεράσπισή του αμφισβήτησε ιδιαίτερα την αξιοπιστία βασικού μάρτυρα κατηγορίας, ο οποίος είχε λάβει προεδρική χάρη με αντάλλαγμα την κατάθεσή του.
Η Ντάφνι Καρουάνα Γκαλιζία δολοφονήθηκε στις 16 Οκτωβρίου 2017, σε ηλικία 53 ετών, όταν εξερράγη βόμβα που είχε τοποθετηθεί στο αυτοκίνητό της, κοντά στο σπίτι της στην Μπιντνίγια. Η δημοσιογράφος είχε ερευνήσει εκτενώς υποθέσεις διαφθοράς, υπεράκτιες εταιρείες και τις δραστηριότητες ισχυρών πολιτικών και επιχειρηματικών προσώπων της Μάλτας.
Ο Φένεχ συνελήφθη το 2019, ενώ βρισκόταν στο πολυτελές σκάφος του και φερόταν να απομακρύνεται από τη Μάλτα. Η σύλληψή του προκάλεσε μαζικές διαδηλώσεις και μία βαθιά πολιτική κρίση, η οποία συνέβαλε στην παραίτηση του τότε πρωθυπουργού Τζόζεφ Μουσκάτ. Το 2021 απαγγέλθηκαν επίσημα σε βάρος του οι κατηγορίες για συνέργεια και εγκληματική συνωμοσία.
Η αθώωση δεν αναιρεί τις καταδίκες άλλων προσώπων που συνδέθηκαν με τη δολοφονία. Οι αδελφοί Τζορτζ και Άλφρεντ Ντετζόρτζιο ομολόγησαν το 2022 ότι πραγματοποίησαν την επίθεση και καταδικάστηκαν σε κάθειρξη 40 ετών. Ο Βίνσεντ Μούσκατ είχε προηγουμένως παραδεχθεί τη συμμετοχή του και καταδικάστηκε σε 15 χρόνια φυλάκισης. Το 2025, οι Ρόμπερτ Άτζιους και Τζέιμι Βέλα καταδικάστηκαν σε ισόβια για την προμήθεια των εκρηκτικών. Αναλυτικά οι προηγούμενες καταδίκες από το Associated Press
Η νέα ετυμηγορία σημαίνει, ωστόσο, ότι ο άνθρωπος τον οποίο η εισαγγελία παρουσίασε ως εντολέα της δολοφονίας κρίθηκε αθώος. Έτσι, παρά τις καταδίκες των φυσικών αυτουργών και των προμηθευτών της βόμβας, το κρίσιμο ερώτημα για το ποιος έδωσε την εντολή παραμένει χωρίς δικαστικά επιβεβαιωμένη απάντηση.
Οι τρεις γιοι της δημοσιογράφου βρίσκονταν μέσα στη δικαστική αίθουσα κατά την ανακοίνωση της απόφασης. Αποχώρησαν χωρίς να μιλήσουν στους δημοσιογράφους, αλλά η οικογένεια εξέδωσε αργότερα ανακοίνωση, υποστηρίζοντας ότι η ετυμηγορία στέρησε από την Ντάφνι τη δικαιοσύνη που της άξιζε. Παράλληλα, κατήγγειλε ότι οι θεσμικές αδυναμίες που επέτρεψαν τη δολοφονία της παραμένουν χωρίς ουσιαστική αντιμετώπιση.
Η δικηγόρος του Φένεχ, Τζιανέλα Ντε Μάρκο, δήλωσε ικανοποιημένη από την απόφαση, υποστηρίζοντας ότι αποδόθηκε δικαιοσύνη. Έξω από το δικαστήριο, πάντως, συγκεντρωμένοι αποδοκίμασαν τον επιχειρηματία, ενώ το αντιπολιτευόμενο Εθνικιστικό Κόμμα διοργάνωσε σιωπηλή διαμαρτυρία στη Βαλέτα.
Έντονη ήταν και η αντίδραση των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα, οι οποίοι χαρακτήρισαν την απόφαση αποτυχία των αρχών να εξασφαλίσουν πλήρη δικαιοσύνη σχεδόν εννέα χρόνια μετά τη δολοφονία. Η οργάνωση επισήμανε ότι η υπόθεση εξακολουθεί να αποτελεί σύμβολο των κινδύνων που αντιμετωπίζουν οι δημοσιογράφοι όταν ερευνούν διαφθορά και οργανωμένα συμφέροντα.
Η αθώωση του Μαλτέζου επιχειρηματία κλείνει ένα σημαντικό δικαστικό κεφάλαιο, αλλά δεν τερματίζει την πολιτική και κοινωνική συζήτηση. Η οικογένεια και οι οργανώσεις για την ελευθερία του Τύπου στρέφουν πλέον το βάρος στη θεσμική λογοδοσία, στην εφαρμογή των συμπερασμάτων της δημόσιας έρευνας και στις μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται για την προστασία των δημοσιογράφων.

