«Από 15 χρονών που θυμάμαι τον εαυτό μου να τραγουδώ, το μπουζούκι ήταν πάντα δίπλα μου… Πόση δύναμη, μεγαλοπρέπεια και αρχοντιά έχει αυτό το όργανο! Το μπουζούκι είναι ο πόνος, είναι η χαρά μου, είναι ο έρωτας, είναι η απώλεια, είναι ο θρίαμβος… Για μένα το μπουζούκι είναι οι Ευαίσθητες Χορδές μου!»
Γιώργος Μαζωνάκης, Αθήνα 14 Ιουλίου 2020
Η συζήτηση γύρω από την πολιτισμική ταυτότητα του νεότερου και σύγχρονου ελληνικού τραγουδιού συχνά εγκλωβίζεται σε αυθαίρετες κατηγοριοποιήσεις, με πιο χαρακτηριστική την ισοπεδωτική χρήση του όρου «σκυλάδικο», ενός χαρακτηρισμού που εξ ορισμού στερείται ουδετερότητας που φέρει εντός του μια σχεδόν αξιολογική καταδίκη και μια δομική υποτίμηση που υπονοεί κάτι το καλλιτεχνικά κατώτερο, το αμιγώς παρακμιακό και το προορισμένο για ένα κοινό μειωμένης αισθητικής πρόσληψης.
Μέσα σε αυτό το στενό, αφοριστικό και κοινωνικά προκατειλημμένο πλαίσιο, η περίπτωση του Γιώργου Μαζωνάκη αδυνατεί να χωρέσει, παρά την ευκολία με την οποία ορισμένοι αναλυτές και μέρος της κοινής γνώμης επιμένουν να τον κατατάσσουν εκεί, παραβλέποντας τη σύνθετη μουσική και κοινωνική του διάσταση. Αν και η αφετηρία του εντοπίζεται αναμφισβήτητα στις παραδοσιακές πίστες και στα νυχτερινά κέντρα της δεκαετίας του ’90 –ένα περιβάλλον το οποίο βίωσε οργανικά, υπηρέτησε με συνέπεια στα πρώτα του βήματα και γνώρισε σε βάθος– η καλλιτεχνική του εξέλιξη και πορεία απέδειξε ότι η νύχτα δεν αποτελούσε τον τελικό του προορισμό, αλλά το πρωτογενές υλικό για μια ριζική αισθητική αναδιαμόρφωση.
Η ουσιαστική διαφοροποίηση του Μαζωνάκη έγκειται στην επίμονη και απόλυτα συνειδητή απόφασή του να μην αναπαράγει παθητικά τα στερεότυπα του είδους, αλλά να πάρει το αυθεντικό λαϊκό υλικό –τη δωρική φωνή, τη θεματολογία του υπαρξιακού πόνου, της απώλειας και της επιθυμίας, καθώς και το συναισθηματικό βάρος του ζεϊμπέκικου– και να το διοχετεύσει μέσα από ένα εξαιρετικά σύγχρονο, ποπ και έντονα θεατρικό φίλτρο. Δεν επρόκειτο, επομένως, για μια επιφανειακή μίξη «λαϊκού με ποπ στοιχεία», αλλά για τη δημιουργία μιας ιδιότυπης, προσωπικής καλλιτεχνικής γλώσσας που κινούνταν αδιάκοπα ανάμεσα στο βάθος της ελληνικής λαϊκής ερμηνείας, με ηχώ από φωνές όπως αυτή του Στράτου Διονυσίου, και σε μια καινοτόμα, αντισυβατική αισθητική, ισορροπώντας με απόλυτη επιτυχία ανάμεσα στη γνησιότητα και την εξεζητημένη θεατρικότητα, πότε πότε και στο κιτς, χωρίς ποτέ να προδίδει κανένα από τα δύο. Υπό αυτό το πρίσμα, ο όρος «νεο-λαϊκό» –αν και δεν αποτελεί καθιερωμένη επιστημονική κατηγορία– αποδεικνύεται ιδιαίτερα εύστοχος και καλλιτεχνικά εύγλωττος για να περιγράψουμε τα τραγούδια του Μαζωνάκη, όχι ως ένας στείρος ακαδημαϊκός φορμαλισμός, αλλά ως η πιο κατάλληλη περιγραφή μιας προσπάθειας να διατηρηθεί ζωντανή η λαϊκή ρίζα, ενώ ταυτόχρονα εξαναγκαζόταν να μιλήσει τη γλώσσα της εκάστοτε εποχής μέσα από την εικόνα, την υψηλή μόδα, το performance και τις ρηξικέλευθες μουσικές συνεργασίες που κανείς δεν θα περίμενε ποτέ από έναν συμβατικό «τραγουδιστή της πίστας».
Η συζήτηση αυτή, ωστόσο, δεν μπορεί να εξαντληθεί στη μουσική μορφολογία ή στην αισθητική του ενός καλλιτέχνη, γιατί συνδέεται άρρηκτα με την ίδια την ιστορική μεταβλητότητα του όρου «λαϊκό». Το λαϊκό δεν υπήρξε ποτέ σταθερή και αμετάβλητη κατηγορία καθώς άλλαξε σημασία και λειτουργία μέσα στις δεκαετίες, ακολουθώντας τις πολιτικές και κοινωνικές μετατοπίσεις της χώρας. Άλλο ήταν το λαϊκό της Μεταπολίτευσης, ακόμη φορτισμένο από τη συλλογική μνήμη και τον κοινωνικό πόνο, άλλο μετά το 1981 και την «Αλλαγή», όταν άρχισε να αποκτά πιο μαζικό, καταναλωτικό και αισιόδοξο χαρακτήρα, και εντελώς διαφορετικό από το 1990 έως σήμερα, όπου τα όρια ανάμεσα στο γνήσιο λαϊκό, το σύγχρονο λαϊκό, το λαϊκο-πόπ και το σκυλάδικο έχουν θολώσει σε βαθμό που συχνά μιλάμε για το ίδιο φαινόμενο με διαφορετικά ονόματα, ανάλογα με το αν θέλουμε να το εξυψώσουμε ή να το υποτιμήσουμε. Σε κάθε εποχή οι κυρίαρχες ιδέες για το τι θεωρείται «ποιοτικό» ή «κατώτερο» τείνουν να αντανακλούν τις αισθητικές και κοινωνικές ιεραρχίες της ίδιας της κυρίαρχης κουλτούρας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι εξαφανίζουν την πραγματική συναισθηματική δύναμη που ορισμένα έργα ασκούν στο κοινό τους. Ακόμη και μέσα στην ίδια την υποκατηγορία του σκυλάδικου υπάρχουν αξιόλογα έργα, πάντα στο μέτρο του είδους, ενώ πίσω από κάθε χαρακτηρισμό κρύβεται η συναισθηματική υποδομή των ανθρώπων και της κοινωνίας κάθε εποχής: το τι θεωρούμε «λαϊκό» δεν είναι μόνο μουσική υπόθεση, αλλά και υπόθεση του πώς μια κοινωνία νιώθει, τι πονάει, τι νοσταλγεί και τι επιθυμεί να ξεχάσει.
Σε κοινωνικό και πολιτισμικό επίπεδο, η ρήξη που επέφερε ο Μαζωνάκης με το παρελθόν υπήρξε ακόμη πιο βαθιά και ανατρεπτική, καθώς το παραδοσιακό αρχέτυπο της ελληνικής νύχτας ήταν ανέκαθεν ανδροκεντρικό, βαρύ, αισθητικά προβλέψιμο και συντηρητικά κλειστό. Εισάγοντας στοιχεία glam, μια έντονη διάθεση αυτοσαρκασμού, την ορατότητα της διαφορετικότητας και μια ολοένα πιο συνειδητά κουίρ και ανδρόγυνη θεατρικότητα στην παρουσία του, ιδιαίτερα στα μεταγενέστερα χρόνια, κατάφερε να αποδομήσει εκ των έσω τους κώδικες της ανδρικής κυριαρχίας στην πίστα, επαναπροσδιορίζοντας ριζικά την ίδια την έννοια του τι μπορεί και τι επιτρέπεται να είναι ένας σύγχρονος λαϊκός σταρ. Ωστόσο, ο Μαζωνάκης δεν ήταν μόνο προϊόν του χώρου που τον ανέδειξε. Υπήρξε και μία από τις χαρακτηριστικές περιπτώσεις ανθρώπου που εγκλωβίστηκε στους κανόνες του. Η βιομηχανία του θεάματος και οι μηχανισμοί κατασκευής ειδώλων μπορούν να μετατρέψουν ένα ταλαντούχο λαϊκό παιδί σε εμπορικό προϊόν, να χτίσουν γύρω του μια ολόκληρη εικόνα και, τελικά, να τον κάνουν εξαρτημένο από αυτήν. Όταν οι υποσχέσεις και οι προσδοκίες αυτού του κόσμου καταρρέουν, η πτώση μπορεί να αποδειχθεί εξίσου σκληρή με την άνοδο. Και στην περίπτωση του Μαζωνάκη, η τελευταία πράξη αυτής της διαδρομής σημαδεύτηκε από μια διαδικασία που συμβόλιζε, με τρόπο σχεδόν ειρωνικό, την προσπάθεια ανανέωσης μέσα σε ένα σύστημα που σπάνια συγχωρεί τη φθορά.
Ο Μαζωνάκης ήταν ένας συνειδητοποιημένος και ιδιαίτερα ευαίσθητος καλλιτέχνης. Αυτό αποτυπώθηκε τόσο στην καλλιτεχνική του πορεία όσο και στην προσωπική του ζωή. Αυτή η συναισθηματική υποδομή και η κοινωνική του ενσυναίσθηση φάνηκαν και σε πράξεις που κρατούσε μακριά από τη δημοσιότητα, με χαρακτηριστικότερη την επιλογή του να περάσει μια 14η Φλεβάρη τραγουδώντας στις γυναικείες φυλακές Κορυδαλλού. Παράλληλα, συμμετείχε ενεργά σε κοινωνικές κουζίνες, μαγειρεύοντας για άστεγους, ενώ βοηθούσε αθόρυβα συνεργάτες και εργαζόμενους της νύχτας, καλύπτοντας ακόμη και νοσήλια ή δίδακτρα. Η ίδια ευαισθησία και οι απαράβατες ηθικές του γραμμές εκφράστηκαν με παρρησία και στο πολιτικό πεδίο, όταν απέναντι στο φαινόμενο του νεοναζισμού δεν δίστασε να συγκρουστεί με τους νόμους της πιάτσας· συγκεκριμένα, τον Νοέμβριο του 2013, κατά τη διάρκεια μιας φορτισμένης συνέντευξής του στην εκπομπή «Πρωινό» του ΑΝΤ1, ο Γιώργος Μαζωνάκης δέχθηκε ασφυκτική πίεση από τον Γιώργο Λιάγκα και τη Φαίη Σκορδά, σχετικά με το αν θα δεχόταν να μοιραστεί ξανά την πίστα με τον Νότη Σφακιανάκη μετά τις δηλώσεις του τελευταίου υπέρ της Χρυσής Αυγής. Ο δημοφιλής τραγουδιστής, αφού έσπευσε να διευκρινίσει υπεύθυνα ότι στο παρελθόν η επαγγελματική τους σύμπραξη υπήρξε απόλυτα άψογη, έθεσε μια ξεκάθαρη δημοκρατική κόκκινη γραμμή, δηλώνοντας ευθέως πως μετά από αυτή τη θέση για τη Χρυσή Αυγή, προφανώς και δεν θα επέλεγε να ξαναδουλέψει μαζί του. Έτσι, η σχέση του με το «λαϊκό» δεν έμοιαζε με κατασκευασμένο προϊόν των εταιρειών marketing, αλλά με στάση ζωής και ουσιαστικό δεσμό με τους ανθρώπους που βρίσκονταν στο περιθώριο, δείχνοντας πως μπορούσε να κινείται από το επίκεντρο του συστήματος της εμπορικής διασκέδασης έως τις πιο αθέατες πλευρές της κοινωνικής πραγματικότητας.
Όσοι, επομένως, αρνούνται να αναγνωρίσουν αυτή τη λεπτή αλλά ουσιαστική διάκριση, την οποία περιγράψαμε παραπάνω, και τον τοποθετούν ισοπεδωτικά στο ίδιο «τσουβάλι» με την παρακμιακή εκδοχή της νύχτας, το κάνουν είτε από πνευματική νωθρότητα είτε από μια αδυναμία να αντιληφθούν την πολυπλοκότητα ενός καλλιτέχνη που υπήρξε πάντοτε μεγαλύτερος από τους εύκολους χαρακτηρισμούς που του αποδόθηκαν. Αυτή ακριβώς η μουσική, κοινωνική και αισθητική πολυπλοκότητα του Γιώργου Μαζωνάκη, μαζί με το αδιαμφισβήτητο ταλέντο του, παραμένει το πιο συναρπαστικό κομμάτι ολόκληρης της διαδρομής του.
Ειρηναίος Μαράκης,
για τη Viral Greece

